To παιδί της μονογονεϊκής οικογένειας και η απουσία του πατέρα

1

Η μονογονεϊκή οικογένεια μπορεί μεν να διαφέρει από την πυρηνική, εντούτοις  δεν αποτελεί μια ενιαία κοινωνική πραγματικότητα, μια ομοιογενή ομάδα για όλα τα παιδιά.

Ένας σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης είναι ο τρόπος εισόδου στη μονογονεϊκότητα. Ο πιο συχνός είναι το διαζύγιο, όπου το παιδί ζει κυρίως με τη μητέρα του και ο θάνατος, οπότε το παιδί ζει με έναν από τους δύο γονείς. Υπάρχουν και άλλες καταστάσεις, όπου τα παιδιά ζουν ορισμένα χρονικά διαστήματα με τον ένα γονέα, συνήθως σε χωριστά νοικοκυριά, ή οι γονείς εναλλάσσονται στον τόπο κατοικίας των παιδιών. Συχνά κάποιος γονέας, συνήθως ο πατέρας, λείπει για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα για επαγγελματικούς λόγους ή είναι χρόνιος ασθενής ή βρίσκεται στη φυλακή (Κογκίδου, 1995). Η τελευταία περίπτωση συναντάται αρκετά συχνά στην Ελλάδα, μια χώρα ναυτική και χώρα αποστολής μεταναστών.

Εντούτοις τα παιδιά αυτά μπορεί να ζουν μόνο με τον ένα γονέα, αλλά μεγαλώνουν σε μια «μεγάλη» οικογένεια, η οποία αποτελείται ως επί το πλείστον από την οικογένεια καταγωγής του μονού-γονέα ή άλλα σημαντικά άτομα στη ζωή του, που παραμένουν σταθερά ή αλλάζουν. Επομένως, το παιδί μπορεί να έχει και άλλους ενηλίκους που ασκούν «γονεϊκό ρόλο» κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας του, οπότε αποκομίζει διαφορετικές εμπειρίες (Κογκίδου, 1995).

Εν κατακλείδι, ένας βασικός παράγοντας διαφοροποίησης της οικογενειακής κατάστασης είναι η θέση του παιδιού : υπάρχει ο άλλος γονέας στη ζωή του παιδιού και εάν αυτό υφίσταται, πόσο συχνά τον βλέπει και ποια είναι η μορφή της σχέσης τους;

Η απουσία του πατέρα

Η αναφορά μόνο στην απουσία του πατέρα οφείλεται στο γεγονός ότι οι μονογονεϊκές οικογένειες με μόνο-γονέα μητέρα είναι η πλειοψηφία και στο ότι οι έρευνες για τους μόνους πατέρες είναι περιορισμένες (Κογκίδου, 1995 Herbert, 1998 Βλαχάκη, 2001). Εξάλλου, στη μονογονεϊκή οικογένεια με μόνο-γονέα τον πατέρα, σχεδόν πάντα, συμμετέχει στην ανατροφή του παιδιού μια μητρική παρουσία (υποκατάστατο) εξαιτίας των πρακτικών αναγκών των παιδιών (Κογκίδου, 1995).

Σήμερα έχει αποδειχτεί, πλέον, ότι ο πατέρας μπορεί να συμβάλλει σημαντικά και με μοναδικό τρόπο στην ανάπτυξη του παιδιού. Η παρουσία του σηματοδοτεί ένα γονεϊκό πρότυπο, το οποίο μέσω των διαδικασιών της ταύτισης, της μίμησης και της ενίσχυσης συμβάλλει καθοριστικά στην απόκτηση της ταυτότητας του παιδιού και στην κοινωνικοποίησή του. Ως αποτέλεσμα, η απουσία, λοιπόν, του πατέρα ασκεί καθοριστική επίδραση σε ορισμένους κρίσιμους τομείς της ανάπτυξης του παιδιού:

Απόκτηση του ρόλου του φύλου

Για το αγόρι που έχει να μάθει τον ανδρικό ρόλο, ο πατέρας παρέχει ένα πρόσφορο πρότυπο για μίμηση. Μαζί με τη συμπαράσταση προς τη σύζυγό του, είναι επιπλέον και μια προστατευτική και στοργική φιγούρα για το ίδιο το παιδί. Διδάσκει στο αγόρι τις ανδρικές ενασχολήσεις και τα ενδιαφέροντα του άρρενος. Μπορεί να το εισαγάγει σε ανδρικές κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι αθλητικές ομάδες, οι πρόσκοποι, οι λέσχες ποικίλων κοινωνικών διαφερόντων και δραστηριοτήτων (Herbert, 1998).

Υποστηρίζεται ότι τα αγόρια που μεγαλώνουν χωρίς πατέρα είτε έχουν λιγότερα αρσενικά στοιχεία στην προσωπικότητά τους είτε αναπτύσσουν αντισταθμιστικά και σε ακραίο βαθμό τα αρσενικά στοιχεία και την επιθετικότητα. Η επίδραση της απουσίας είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν τα παιδιά αποχωρίζονται τον πατέρα τους σε πολύ μικρή ηλικία. (Κογκίδου, 1995). Αυτό που συχνά λέγεται, ότι το αγόρι χωρίς πατέρα κινδυνεύει να παρουσιάσει ομοφυλοφιλικές τάσεις, είναι ατεκμηρίωτη υπερβολή. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει συχνότερα, γιατί, αν η οικογένεια αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία, το αγόρι ίσως «αναγκαστεί» να αναλάβει διάφορες οικογενειακές υποχρεώσεις και να ενστερνιστεί το ρόλο του ενηλίκου άνδρα από πολύ νωρίς – και να αντικαταστήσει τον πατέρα (Herbert, 1998).

Από την άλλη μεριά, οι επιπτώσεις στο κορίτσι είναι λιγότερες και γίνονται εμφανείς στην εφηβεία. Παρουσιάζεται ως δυσκολία στην αλληλεπίδραση με τους άντρες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αναφέρεται ότι τα κορίτσια αρνούνται τα θηλυκά στοιχεία της προσωπικότητάς τους (Κογκίδου, 1995).

 Ηθική Ανάπτυξη

Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα τα παιδιά με παραβατική συμπεριφορά συνήθως προέρχονται από οικογένειες που απουσιάζει ο πατέρας. Αυτό ενδεχομένως οφείλεται στο γεγονός ότι η πατρική πειθαρχία που στηρίζεται στην αγάπη συμβάλλει στην ανάπτυξη ηθικών αξιών, κυρίως στα αγόρια (Κογκίδου, 1995). Εντούτοις, σύμφωνα με τον Herbert (1998) διαπιστώνεται ότι, ενώ η απώλεια του πατέρα αυξάνει τον κίνδυνο να στραφεί το παιδί στην εγκληματικότητα, κυρίως στα χρόνια της εφηβείας, η εγκληματικότητα στα παιδιά χωρίς πατέρα είναι πολύ μικρή.

 Κοινωνική Ικανότητα

Με την απουσία του πατρικού προτύπου δυσχεραίνεται η σύναψη ικανοποιητικών σχέσεων με τους συνομήλικους, η ικανότητα προσαρμογής και η μετέπειτα επιτυχία τις ετερόφυλες σχέσεις, ιδιαίτερα στα αγόρια. Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι οι πατέρες ενισχύουν και επαινούν περισσότερο από τις μητέρες την ανεξάρτητη συμπεριφορά των παιδιών τους και ενθαρρύνουν το ενεργητικό / δημιουργικό παιχνίδι διαφοροποιημένα στα αγόρια και στα κορίτσια (Κογκίδου, 1995).

Εν κατακλείδι, αξιοσημείωτο είναι ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς πατέρα συχνά προσποιούνται πως έχουν πατέρα. Αυτός ο φανταστικός πατέρας συνήθως είναι πιο επιεικής, ανεκτικός, ευγενικός και φιλικός απ’ ότι ο πραγματικός πατέρας  (Herbert, 1998).

Ωστόσο, η ύπαρξη των παραπάνω επιπτώσεων δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην απουσία του πατέρα. Είναι επιτακτική ανάγκη να μελετάται ηοικογένεια ως σύστημα, ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης και να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα των σχέσεων. Αξίζει, λοιπόν, να διερωτηθούμε αν ασκεί σημαντικότερη επίδραση η απουσία ενός γονεϊκού προτύπου ή η παρουσία ενός ανεπαρκούς γονεϊκού προτύπου, όταν δηλαδή το παιδί ανατρέφεται σε ένα αυταρχικό περιβάλλον, όπου ο πατέρας είτε είναι αδιάφορος, είτε είναι αντικοινωνικός, εχθρικός και δείχνει εμπάθεια στο παιδί. Υπάρχουν άλλωστε δεδομένα που δείχνουν ότι ένας κατά πολύ ακατάλληλος πατέρας μπορεί να έχει πιο δυσμενείς επιδράσεις στο παιδί απ’ ό,τι η πλήρης απουσία της πατρικής μορφής (Κογκίδου, 1995 Herbert, 1998).

Βιβλιογραφικές Πηγές:

Βλαχάκη, Φ. (2001). Διαστάσεις και εφαρμογές της συμβουλευτικής σε αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής – Προσανατολισμού, τ. 58-59, σσ. 302 – 311.
Herbert, M., (1998) επιμέλεια Παρασκευόπουλος Ι. Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κογκίδου Δ., (1995). Μονογονεϊκές Οικογένειες. Πραγματικότητα – Προοπτικές – Κοινωνική Πολιτική. Σειρά : Επιστήμες της Αγωγής. Νέα Σύνορα – Λιβάνη

Θεοδώρα Αναγνωστοπούλου
Πτυχιούχος  «Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας»
http://theodoranagnostopoulou.blogspot.gr