Ο πατέρας μου, απατούσε τη μητριά μου. Οι απιστίες και ο χαρακτήρας του, σημάδεψαν τη ζωή μου

0

Δεν είναι όλοι οι άντρες άπιστοι. Δεν φωνάζουν όλοι οι άντρες. Δεν σηκώνουν όλοι οι άντρες το χέρι τους.

Θυμάμαι να ανοίγω την μπροστινή πόρτα και να μπαίνω στο σαλόνι, όπου ο πατέρας μου καθόταν με μια όμορφη γυναίκα. Είχε μακριά, καστανά μαλλιά και φαινόταν στυλάτη μέσα στο λαμπερό μπλε κοστούμι της. Υπήρχε ένα κερί αναμμένο και μια τεράστια κανάτα κρασιού στο τραπέζι.

Καθόντουσαν πλάι πλάι στον καναπέ και, παρ’ όλο που δεν φιλιόντουσαν, ένιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κοίταξα το χέρι του στο πόδι της και ένιωσα μπερδεμένη με μία αίσθηση ναυτίας.

Αν και δεν ήμασταν κοντά με τη μητριά μου, ήμουν θυμωμένη μαζί της. Ήταν εξαντλημένη και έκρυβε το μαυρισμένο της μάτι, ενώ έκανε δύο δουλειές, συνολικά 16 ώρες κάθε μέρα. Αυτές οι δουλειές της έδιναν αρκετά χρήματα, για να πληρώσουν τον εθισμό του πατέρα μου στα ναρκωτικά και τον αλκοολισμό του, αλλά και να την κρατάνε έξω από το σπίτι τις περισσότερες φορές. Αφού τελείωνε τη δουλειά της, ερχόταν σπίτι στο μεθυσμένο σύζυγό της, ο οποίος, ανάλογα με τη διάθεσή του, την χτυπούσε ή τη χάιδευε, με εκείνα τα χέρια, με τα οποία την απατούσε με άλλες γυναίκες.

Στα 8 μου, δεν καταλάβαινα την πολυπλοκότητα αυτών των πραγμάτων. Δεν μπορούσα να καταλάβω πλήρως τί συνέβαινε, αλλά ως αποτέλεσμα της έκθεσης μου σε τέτοιες καταστάσεις, ήξερα περισσότερα απ’ όσα έπρεπε για ένα 8χρονο.

Αυτό που καταλάβαινα ήταν ότι ο πατέρας μου ήταν ένας απαίσιος, εγωιστής και επικίνδυνος άνθρωπος, ο οποίος εκμεταλλευόταν όλους όσους ήταν γύρω του, για να ικανοποιεί τις εξαρτήσεις του.

Η γυναίκα με κοίταξε και χαμογέλασε. «Πρέπει να είσαι Brenda, είμαι η Sharon.»

Θυμάμαι ότι σκέφτηκα ότι έμοιαζε με μία από τις Barbies μου, είπα γεια και πήγα στο δωμάτιό μου, μόνο και μόνο για να με ακολουθήσει ο μπαμπάς μου, για να μου πει να πάω έξω να παίξω. Στη συνέχεια, μου είπε να πάω να μείνω σε κάποια φίλη μου το βράδυ. Έπρεπε να είμαι πίσω στο σπίτι, όταν η μητριά μου θα επέστρεφε.

Δεν έφερα αντίρρηση και βρήκα πού να μείνω το βράδυ. Το επόμενο πρωί, ήρθα σπίτι για να βρω την Sharon να ετοιμάζεται να φύγει από το σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν με το εσώρουχό του. Η μητριά μου τελείωνε τη βάρδιά της στο νοσοκομείο και θα ήταν σπίτι σε λίγες ώρες.

Η Sharon μου ζήτησε να πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο, και μου έδωσε μια καραμέλα. Ο πατέρας μου είπε εντάξει, αλλά να βιαστώ, γιατί είχαμε πράγματα να κάνουμε. Κατά τη διάρκεια της βόλτας μας, η Sharon με ρώτησε αν είχα μητέρα και αν έζησε μαζί μας. Αν και ο πατέρας μου δεν μου είχε πει τίποτα, ήξερα ότι έπρεπε να πω ψέματα και να τον καλύψω, αλλιώς θα με σάπιζε στο ξύλο. Της είπα ότι η μητέρα μου με είχε αφήσει, όταν ήμουν μωρό (αλήθεια), αλλά ότι ο πατέρας μου δεν ξαναπαντρεύτηκε.

Αυτό ήταν ψέμα. Το είχε κάνει τρεις φορές.

Όταν επέστρεψα στο διαμέρισμα, ο πατέρας μου απαίτησε να του πω τί είπα με τη Sharon. Του είπα τα πάντα. Επαινούσε την «αφοσίωσή μου», μια λέξη που χρησιμοποιούσε, όταν έλεγα ψέματα στους γιατρούς για τα σημάδια στο σώμα μου.

Πήγα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα, για να μην τον βλέπω μπροστά μου. Λίγο αργότερα, η μητριά μου μπήκε στο διαμέρισμα και ο πατέρας μου προσποιήθηκε ότι μόλις ξυπνούσε. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα και έκλεισαν την πόρτα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο πατέρας μου απατούσε τη γυναίκα του τόσο κατάφωρα, αλλά, κάθε φορά, η ανάμνηση αυτή μου φέρνει αναγούλα.

Οι άνθρωποι ήξεραν για τη βιαιότητα του πατέρα μου, αλλά όχι για τις σεξουαλικές του ατασθαλίες. Δεν ήταν πράγματα για να συζητήσεις με ένα παιδί, αλλά τα άκουγα από παντού. Ήξερα τα ονόματα των φιλενάδων του, επειδή η μητριά μου του ζητούσε εξηγήσεις για αυτές, ουρλιάζοντας, ή θα τις έλεγε τα πάντα ο ίδιος, αφού πρώτα την είχε αφήσει αναίσθητη από το ξύλο, πριν κοπανήσει την πόρτα να πάει να βρει κάποια από αυτές.

Μερικές φορές, τους έβλεπα να κάθονται στο αυτοκίνητό του, περιμένοντας τον να «εγκαταλείψει» τη μητριά μου. Εκείνη έκλαιγε και πακετάριζε τα πράγματα της, ενώ εγώ την κοιτούσα. Μου έλεγε ότι είμαι πολύ μικρή για να καταλάβω τι έλεγαν και υποσχόταν ότι θα ερχόταν να με πάρει κάπου αλλού (συνήθως στο σπίτι ενός γείτονα).

Βρισκόμουν μόνη σε ένα άδειο σπίτι και προσευχόμουν ότι θα ζούσα με τον παππού μου ή ότι η μητέρα μου θα εμφανιζόταν και θα με ήθελε ξανά.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι ξεκάθαρο ότι η απιστία του πατέρα μου δεν ήταν έκπληξη για κανέναν που τον ήξερε (δεν άφησε τίποτα πίσω του), αλλά ο αντίκτυπος που είχε ένας κακός πατέρας στις γυναίκες της ζωής του, συμπεριλαμβανομένου και εμού, ήταν σημαντικός.

Δεν μπορούσα να καταλάβω τον απαίσιο τρόπο, με τον οποίο εκμεταλλευόταν όλες αυτές τις γυναίκες, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του και πόσο πρόθυμες ήταν οι ίδιες να αγνοήσουν το γεγονός ότι ήταν στη ζωή, στο σπίτι και στο κρεβάτι μιας άλλης γυναίκας. Εκείνη την εποχή, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς η μητριά μου ανεχόταν να πηγαίνει από τη μία γκόμενα στην άλλη και πάλι σε εκείνη, και πάει λέγοντας.

Αν και ο παππούς μου ήταν ο πιο ηθικός και αγαπητός άνθρωπος που έχω δει, ποτέ δεν τον είδα με γυναίκα και, σίγουρα, δεν μιλήσαμε ποτέ για τέτοια πράγματα. Οι μόνες σχέσεις, στις οποίες ήμουν εκτεθειμένη, ήταν εκείνες στις οποίες μου δόθηκε το μήνυμα, ότι οι άνδρες εξαπατούν, χτυπούν, φωνάζουν και λένε ψέματα, ενώ οι γυναίκες το βουλώνουν και κάθονται μαζί του, επειδή το να είσαι με έναν άντρα, είναι πιο σημαντικό από το να είσαι ασφαλής: σωματικά, σεξουαλικά ή συναισθηματικά.

Αυτή η ζοφερή ερμηνεία της αγάπης και οι συνέπειες της ύπαρξης ενός κακού πατέρα, μου έδωσαν να καταλάβω ότι, οι άνδρες μπορούσαν να μου κάνουν ό,τι ήθελαν και η αγάπη τους σήμαινε πως εγώ έπρεπε να το ανέχομαι. Αυτό ήταν ψέμα, το οποίο, όμως, πίστευα για πολλές δεκαετίες.

Μέσα από πολλές δοκιμασίες (το να κάνω σχέση με άντρες που έμοιαζαν, λίγο πολύ, με το απαίσιο άτομο που αποκαλούσα ‘μπαμπά’) έμαθα, τελικά, ότι τα μαθήματα που πήρα από τον πατέρα μου για τη ζωή, την αγάπη, το σεβασμό, τη συντροφικότητα, δεν ήταν μόνο τοξικά, ήταν λάθος.

Ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε αξιοπρέπεια ή σεβασμό για τον εαυτό του, για το σώμα του ή για οποιονδήποτε άλλο. Πίστευε ότι ήταν άχρηστος και, ως εκ τούτου, ξεσπούσε την οργή του σε όλους όσοι ήταν γύρω του. Μόλις κατάλαβα και αποδέχτηκα ότι δεν ήταν άξιος, η ζωή μου άλλαξε. Σταμάτησα να είμαι θύμα των κακών επιλογών του και σταμάτησα να παλεύω να κάνω τα πάντα σωστά.

Δεν είναι όλοι οι άντρες άπιστοι.

Δεν φωνάζουν όλοι οι άντρες.

Δεν σηκώνουν όλοι οι άντρες το χέρι τους.

Επέλεξα να κόψω επαφές με αυτό το άτομο. Το δύσκολο κομμάτι, βέβαια, δεν ήταν να απομακρυνθώ από αυτόν, αλλά να ξεφορτωθώ τα βλαβερά χαρακτηριστικά, που επηρέαζαν αρνητικά τη ζωή μου.

Και γι’ αυτό, χρειάστηκα τη βοήθεια ενός καλού ψυχολόγου και ενός υγιούς δικτύου υποστήριξης. Αν και πολλοί από εμάς θα παλέψουμε ενάντια σε έναν κακό πατέρα και σε όσα συνέβησαν στο παρελθόν, είναι σημαντικό, να θυμόμαστε ότι η ζωή είναι δική μας και τη χαράσσουμε εμείς και μόνο.

Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο πληροφορίες και ευκαιρίες για μάθηση και ανάπτυξη. Έχουμε την ελευθερία να κάνουμε τις δικές μας επιλογές και να περιβάλλουμε τους εαυτούς μας με υγιείς ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να συνεχίσουμε να κάνουμε, αυτό που κάνουμε πάντα. Μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας και αυτό περιλαμβάνει τον τρόπο που δίνουμε και παίρνουμε αγάπη.

Δεν χρειάζεται να συγχωρέσω τον πατέρα μου για το ότι ήταν άπιστος σύζυγος, αλλά χρειάστηκε να συγχωρέσω τον εαυτό μου, που επέτρεψε οι επιλογές του πατέρα μου, να ορίσουν τη ζωή μου.

Πηγή: yourtango.com