Στέγες άγαμων μητέρων: Τα σπίτια της «ντροπής»!

0

Τη δεκαετία του ’50 η μονογονεϊκή  οικογένεια ήταν σκάνδαλο. Η ανύπαντρη μαμά της Maureen Paton εστάλη σε καταυλισμό προσφύγων υπό την πίεση να δώσει το μωρό της. Ευτυχώς ήταν από τις τυχερές…

Όταν γεννήθηκα το 1951, η μητέρα μου έμενε σε ένα αυστηρών αρχών οίκημα. Στα 40 της αναγκάστηκε να μείνει σε ένα κοιτώνα, να κάνει προσευχές και να βοηθάει το προσωπικό με τις καθημερινές εργασίες.

Ο κοιτώνας αυτός δεν ήταν φυλακή, αλλά μέρος ενός ξενώνα για ανύπαντρες μητέρες. Ο ξενώνας αυτός, ιδιοκτησία της «Ευαγγελικής Αποστολής της Ελπίδας» στο Croydon, προσέφερε στη μητέρα μου προσωρινό καταφύγιο από έναν ζοφερό μεταπολεμικό κόσμο όπου οι ανύπαντρες μητέρες, εξορίζονταν. Ακόμη και στην περίπτωση που ήταν θύματα βιασμού, οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζονταν λίγο καλύτερα από τις πόρνες.  Συνήθως φιλοξενούνταν σε απομακρυσμένες και βάναυσες στέγες ανύπαντρων μητέρων και σε μία εποχή που η εξωσωματική γονιμοποίηση δεν υπήρχε ως εναλλακτική για άτεκνα ζευγάρια που λαχταρούσαν να υιοθετήσουν, οι μητέρες αυτές μέσα στις ίδιες τις στέγες, πιέζονταν ακατάπαυστα να δώσουν τα παιδιά τους.

Οι ασθενέστερες οικονομικά ανύπαντρες μητέρες, υπήρξαν πάντα εύκολος στόχος του κράτους πρόνοιας. Μία νέα έκθεση στη Βιβλιοθήκη των Γυναικών, μαρτυρά ότι η ιστορία της μονογονεικής οικογένειας μέσα στο χρόνο, καταδεικνύει τους λόγους που πολλές γυναίκες γίνονται ανύπαντρες μητέρες, όπως είναι η διάλυση των σχέσεων, η χηρεία και ο χωρισμός ως αποτέλεσμα αυτής της κοινωνικής «εξορίας». Παρόλο που τα ευρήματα αυτά καταρρίπτουν κάθε στερεότυπο, παράλληλα δείχνουν και πόσο στιγματισμένες είναι οι ανύπαντρες μητέρες με το πέρασμα των χρόνων ενώ τέτοιες ρατσιστικές συμπεριφορές συνεχίζουν να υφίστανται όταν μόλις τον Ιούλιο που μας πέρασε ο David Cameron σε συνέντευξή του δήλωσε ότι «οι ανύπαντρες μητέρες είναι το σημάδι μιας διαλυμένης κοινωνίας».

Εγώ μια φορά, είμαι ευγνώμων που σήμερα ζούμε σε μία κοινωνία όπου οι ανύπαντρες μητέρες βρίσκουν αληθινή υποστήριξη. Η μητέρα μου μπορεί να ήταν διαζευγμένη και όχι ανύπαντρη αλλά εφόσον δεν ήταν παντρεμένη με τον πατέρα του παιδιού της,  για τους ηθικολόγους της δεκαετίας του 50, ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η μητέρα μου πέθανε πρίν μερικά χρόνια. Πολύ πρόσφατα μίλησα με μια καλή της φίλη η οποία μου είπε πως τότε που ο μόνος τρόπος επικοινωνίας των ανθρώπων ήταν το τηλέφωνο και το ταχυδρομείο, η μητέρα μου της είχε στείλει ένα γράμμα στο οποίο της έγραφε: «Είμαι σχεδόν 40 και περιμένω το παιδί κάποιου που με εγκατέλειψε». Η μητέρα μου έφυγε από την Ιρλανδία και πήγε στην Οξφόρδη για να ξεφύγει από τον άσχημο γάμο της. Εκεί γνώρισε τον πατέρα μου και όταν  ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος στο παιδί ενός άλλου, επέστρεψε στην Ιρλανδία. Καθώς η κοιλιά της μεγάλωνε γρήγορα, ο γυναικολόγος της συνέστησε να μείνει σε μια στέγη για ανύπαντρες μητέρες στην Οξφόρδη, ονόματι «Clark’s House».

Εκείνη την εποχή το «Clark’s house» ήταν ένα καταφύγιο για ανύπαντρες μητέρες και παιδιά, ιδιοκτησία μιας θρησκευτικής φιλανθρωπικής οργάνωσης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φιλοξενίας, κάθε ανύπαντρη μητέρα εκτελούσε κοινωνική εργασία οπότε, ανάλογα με το πώς το βλέπει ο καθένας, οι άνθρωποι του «Clark’s house» ήταν ή δεσμοφύλακες ή φύλακες άγγελοι!

Όσο πλησίαζε η μέρα της γέννας, η μητέρα μου μεταφέρθηκε σε μία άλλη στέγη ονόματι «Birdhurst Lodge» , για να είναι πιο κοντά στη θετή της οικογένεια  (τραγική ειρωνία: η μητέρα μου γεννήθηκε από ανύπαντρη μητέρα, η οποία την είχε δώσει για υιοθεσία!) . Η στέγη του «Birdhurst Lodge» ήταν κατηγορηματικά αρνητική στο να δέχεται χρήματα από γονείς που ήθελαν να υιοθετήσουν και ως εκ τούτου δεν ενθάρρυνε τις ανύπαντρες μητέρες να δίνουν τα παιδιά τους. Αντιθέτως κάθε ανύπαντρη μητέρα-φιλοξενούμενη της στέγης «Birdhurst Lodge», είχε δικαίωμα έξι εβδομάδες μετά τον τοκετό (την πιο καθοριστική περίοδο για το δέσιμο μητέρας-παιδιού) να επιλέξει η ίδια, ποιό ήθελε να είναι το επόμενο βήμα της.

Η μητέρα μου ήταν τυχερή που δεν κατέληξε σε ένα καταπιεστικό περιβάλλον όπως η στέγη του «Magdalen». Η συγκεκριμένη στέγη διοικούνταν από καλόγριες που έδιναν τα μωρά των ανύπαντρων μητέρων σε πλούσια ζευγάρια με αντάλλαγμα παχυλές δωρεές. Μετά την υιοθεσία, οι καλόγριες έβαζαν τις ανύπαντρες μητέρες να εργαστούν στα πλυντήρια ή στα μαγειρεία, εκτός αν κάποιος δικός τους πήγαινε και ζητούσε να τις πάρει μαζί του. Εφόσον όμως το σύνηθες ήταν η ανύπαντρη μητέρα να είχε μεταφερθεί στη στέγη από την ίδια της την οικογένεια, οι πιθανότητες να έρθει κάποιος δικός της  να την παραλάβει –ακόμη και μετά την υιοθεσία του μωρού της-ήταν από μηδαμινές έως ανύπαρκτες.

Η στέγη «Birdhurst Lodge» όπου γεννήθηκα, μπορεί να μην ήταν τόσο σκληρή με τις φιλοξενούμενες όμως μια υπάλληλος της στέγης η Joyce Gautrey, μου είπε πως η πλειοψηφία των ανύπαντρων μητέρων, νιώθοντας πως δεν έχουν άλλη επιλογή, έδιναν από μόνες τους τα μωρά τους για υιοθεσία. Με τον φόβο του «στίγματος» και της κατακραυγής, δεν ένιωθαν ελεύθερες να βρούν εναλλακτικές.

Σε αντίθεση με τη στέγη «Magdalen»  όπου οι φιλοξενούμενες μπορεί να έμεναν και για μια ζωή, η μητέρα μου με γέννησε στη στέγη του Birdhurst τον Ιούνιο του 1951 και έφυγε από εκεί στα τέλη Ιουλίου της ίδιας χρονιάς. Υπήρχε αρχείο που κατέγραφε τις «μετακινήσεις», όπως ονόμαζαν τις υιοθεσίες, και η μητέρα μου, μου είχε πεί πως οι γυναίκες που έδιναν τα μωρά τους, έκλαιγαν για πολλούς μήνες μετά.

Αφού η μητέρα μου έφυγε από τη στέγη του Birdhurst, μετακόμισε σε ένα προάστιο του Λονδίνου και συγκεκριμένα σε ένα πανδοχείο για μαμάδες και παιδιά. Εκεί γνώρισε μία άλλη ανύπαντρη μαμά τη Hazel, που ήταν αποφασισμένη να κρατήσει την κόρη της. Στη πορεία η Hazel πήρε τη μικρή της και έφυγαν για την Αυστραλία, την εποχή που οι γυναίκες μετανάστευαν εκεί για να παντρευτούν ανθρώπους με τους οποίους αλληλογραφούσαν και έβλεπαν πρώτη φορά κατά την άφιξή τους, στο λιμάνι. Κι ενώ η μητέρα μου αγωνιούσε χρόνια για την τύχη της Hazel, η φίλη της μαμάς μου και ο άντρας της έμελλαν να μας φιλοξενήσουν μόνιμα στην Αυστραλία κι έτσι αυτοί οι θαυμάσιοι άνθρωποι, έγιναν για μένα οι δεύτεροι γονείς μου.

Η Gautrey, θυμάται ότι μεταξύ 1946 και 1985, μια σειρά από αντιξοότητες οδηγούσαν τις ανύπαντρες μητέρες στη στέγη του Birdhurst. Ένα από τα χιλιάδες περιστατικά ήταν και ένα 14χρονο κορίτσι το οποίο, τη δεκαετία του 60,  είχε βιαστεί από μια ομάδα νεαρών χωρικών και είχε μείνει έγκυος. Οι γονείς της την έδιωξαν κι έτσι το κορίτσι αυτό, φιλοξενήθηκε από μία «καλή Χριστιανική οικογένεια επειδή δεν ήθελε να επιστρέψει στους γονείς της και ειδικά σε εκείνο το χωριό». Το μωρό το έδωσαν για υιοθεσία. Η Gautrey  ισχυρίζεται ότι η μόνη περίπτωση που το παιδί δεν μπορούσε να δοθεί για υιοθεσία, ήταν η αναπηρία διότι κανείς δεν ήθελε να υιοθετήσει ένα ανάπηρο παιδί! Εκείνη την εποχή μάλιστα υπήρχε ενός είδους «παράδοση» σύμφωνα με την οποια οι ανύπαντρες μητέρες, ενθαρρύνονταν να αγοράζουν βρεφικά ρουχαλάκια και να τα δίνουν στο ζευγάρι που ήθελε να υιοθετήσει το μωρό τους. Η Gautrey το ερμηνεύει ως «το τελευταίο πράγμα που μπορούσαν αυτές οι μαμάδες να κάνουν για το παιδί τους» αλλά η Patricia Basquill, πρώην φιλοξενούμενη μιας ιδιαίτερα αυστηρής στέγης, θεωρεί ότι αυτό ήταν «το αποκορύφωμα του εξευτελισμού».

Το  1948, η κυβέρνηση της Αγγλίας εξομοίωσε ως προς τις παροχές τις ανύπαντρες μητέρες με τις χήρες, ώστε οι πρώτες να μπορούν έστω και στοιχειωδώς να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Παρ’ όλα αυτά το στίγμα ήταν τόσο «βαρύ» που πολλές ανύπαντρες μητέρες ήταν πολύ φοβισμένες για να το διαχειριστούν όλο αυτό μόνες τους. Η οικονομική στήριξη της Πολιτείας δε, ήταν τόσο μηδαμινή, που μια ανύπαντρη μητέρα μπορούσε να μεγαλώσει το παιδί της μόνο αν η οικογένειά της, τη δεχόταν πίσω και αφομοίωνε στους κόλπους της, ένα ακόμη μέλος. Φωτεινό παράδειγμα ο Elton John που μεγάλωσε νομίζοντας για αδερφή του, τη μητέρα του και για μητέρα του, τη γιαγιά του!

Ακόμη και εκείνοι που υποτίθεται πως ήταν προετοιμασμένοι για τέτοιου είδους καταστάσεις, σπάνια τους αναγνωρίζονταν τα δικαιώματά τους. Όταν το 1961 ένας Προτεστάντης ανακάλυψε ότι η 15χρονη κόρη του είχε μείνει έγκυος από ένα Καθολικό αγόρι, την έστειλε σε μία εκκλησία της Αγγλίας στο  Newcastle. Αυτό το γεγονός οδήγησε μία ομάδα ανθρώπων να ιδρύσουν την «Trackers International», μία οργάνωση που μάχονταν για τη δικαιοσύνη των ανύπαντρων μητέρων και το δικαίωμά τους να μεγαλώνουν μόνες τους τα παιδιά τους. Μία ανύπαντρη μαμά της εποχής, θυμάται: «Μας αντιμετώπιζαν σαν δολοφόνους, μας έλεγαν πως δεν είχαμε κανένα δικαίωμα  και πως αν φεύγαμε με τα παιδιά μας θα μας συλλάμβαναν με την κατηγορία του ηθικού κινδύνου για τους εαυτούς μας και τους άλλους και πως για αυτό το λόγο, τα μωρά μας, έπρεπε να ζήσουν μακριά από εμάς» και συνεχίζει «Την ώρα που θήλαζα τη μικρή, μπήκαν τρείς γυναίκες στο δωμάτιό μου. Η μία, ήρθε και άρπαξε το μωρό βίαια από την αγκαλιά μου και οι άλλες δύο με κρατούσαν χειροπόδαρα για να με εμποδίσουν να βγώ από το δωμάτιο, επειδή στο σαλόνι περίμενε ένα ζευγάρι να υιοθετήσει το μωρό μου». Σε μία έρευνα που διεξήχθη από την οργάνωση «Trackers International», βρέθηκε ότι οι γυναίκες που έγιναν ανύπαντρες μητέρες μεταξύ 1950 και 1975, μόνο το  0.3% ήταν ενήμερο για τα δικαιώματά του.

Μέχρι να αλλάξει οριστικά ο νόμος, τα δίδυμα αδέρφια χωρίζονταν διότι υιοθετούνταν από διαφορετικές οικογένειες. Αυτό συνέβαινε διότι οι θετοί γονείς πίστευαν πως δεν μπορούσαν να τα καταφέρουν με δύο παιδιά ταυτόχρονα. Ωστόσο, μία ακόμη έρευνα της «Trackers International» έδειξε ότι μερικές στέγες φιλοξενίας ανύπαντρων μητέρων έδιναν επίτηδες τα δίδυμα σε δύο διαφορετικές οικογένειες για υιοθεσία, ώστε να εισπράξουν διπλές δωρεές.

Σήμερα η «Ευαγγελική Αποστολή της Ελπίδας», συνεχίζει το φιλανθρωπικό και κοινωνικό της έργο για την προστασία των άγαμων μητέρων και των παιδιών τους. Το 1990 κατέρριψε την υποχρεωτική υιοθεσία στα παιδιά των ανύπαντρων μητέρων δίνοντας έτσι έμφαση στην ένωση της οικογένειας, με την οικονομική συνδρομή των πολιτών. Για αυτό όταν ήμουν 8 ετών, μια μέρα που έπαιζα έξω στο δρόμο άκουσα μια ηλικιωμένη να λέει πως δεν καταλάβαινε γιατί οι φόροι της πήγαιναν στα εξώγαμα των άλλων. Παρόλο που ήμουν μικρή, στενοχωρήθηκα πολύ όταν το άκουσα. Διότι δεν της πέρασε ποτέ αυτής της κυρίας από το μυαλό πως, όπως όλοι οι άνθρωποι έχουμε ο ένας την ανάγκη του άλλου, έτσι και εκείνη μπορεί μια μέρα να είχε ανάγκη τη βοήθεια ενός «εξώγαμου»!

Πηγή: Theguardian.com