Αδερφή μονογονέας: Μεγαλώνοντας μόνη μου, τις αδερφές μου!

0

Η μητέρα μου πέθανε στα 53 της από καρκίνο. Με άφησε να μεγαλώσω τις τρείς αδερφές μου ηλικίας 5, 7 και 8 ετών και να κουμαντάρω ένα ολόκληρο σπίτι μόνη μου. Ήμουν 16.

Ο πατέρας μου δούλευε σαν φύλακας σε ένα εργοστάσιο  και απλώς έφερνε τον μισθό του στο σπίτι.  Πήγαινε για φαγητό μόνος του και τα Σαββατόβραδα έβγαινε για ποτά με φίλους μόνος του. Ο πατέρας μου αγαπούσε τα παιδιά όπως αγαπούσε και τις γάτες: Θα καθόταν μαζί τους για ώρες ενώ κοιμόντουσαν στο στήθος του, χωρίς να θέλει να μιλήσει μαζί τους, χωρίς να δίνει περισσότερα. 

Όταν αρρώστησε η μητέρα μου, ο ρόλος της μεγαλύτερης αδερφής, δεν ήταν κάτι που με ενοχλούσε, όχι τουλάχιστον στην αρχή. Όμως, όσο χειροτέρευε η κατάστασή της, τόσο χειροτέρευε και η παιδική μου ηλικία. Σύντομα ο κόσμος της μητέρας μου κατέρρευσε και τα συντρίμμια του, περιορίστηκαν στα 70 τ.μ. του σπιτιού μας καθώς δεν μπορούσε να κάνει βήμα πιο πέρα.  Νέα προϊόντα εμφανίστηκαν στη λίστα του σούπερ μάρκετ όπως οι πάνες ακράτειας. Οι ευθύνες μου άρχισαν να αυξάνονται. Αντί να παίρνω μόνο γάλα και ψωμί όπως έκανα παλιά,  πλέον πήγαινα σούπερ μάρκετ και κουβαλούσα 10 τσάντες μόνη μου. Έφτανα στο σούπερ μάρκετ με μία λίστα στην οποία η μητέρα μου, είχε μαρκάρει με κόκκινο στυλό τα πιο σημαντικά και καθώς περπατούσα στους διαδρόμους, ένιωθα ενήλικη. Πολλές φορές έπαιρνα και ένα μπουκάλι λικέρ που ήταν εκτός προγράμματος έτσι…επειδή ένιωθα πιο αυτόνομη από ποτέ!

Λίγο καιρό αργότερα, μετακομίσαμε από την πόλη που μέναμε.  Τότε ήταν που ο καρκίνος έκανε πολλές μεταστάσεις στο σώμα της μητέρας μου, η οποία δεν ήταν πια άρρωστη αλλά…ετοιμοθάνατη!

Μερικές εβδομάδες πρίν πεθάνει, έπεσα με το ποδήλατο και χτύπησα στη πλάτη. Δεν θυμάμαι πως έπεσα, θυμάμαι μόνο ότι είπα στη φίλη μου που ήταν μαζί μου, πως δεν ήθελα να πάω στο νοσοκομείο γιατί η μαμά μου πέθαινε και με χρειαζόταν. Εκείνο το βράδυ, η μητέρα μου παρά το πρόβλημα της υγείας της, έκανε την υπέρβαση και  ερχόταν κάθε δέκα λεπτά να με ρωτήσει πως με λένε και πόσο κάνει 7×7 για να διαπιστώσει ότι είμαι καλά.

Η κατάστασή της χειροτέρεψε. Δεν μπορούσε να ξαπλώσει ή να κάτσει εύκολα, χρειαζόταν άνθρωπο να τη βοηθήσει κι εμένα η πλάτη μου πονούσε από το πέσιμο. Όμως τη σήκωνα. Εκείνη πονούσε περισσότερο από μένα. Ήταν η μαμά μου.

Ποτέ δεν είχαμε συζητήσει για το τι θα συνέβαινε αν πέθαινε, αλλά η μητέρα μου επί δύο χρόνια με προετοίμαζε για αυτό. Τη βοήθησα να μαγειρέψει για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ύστερα για το Πασχαλινό και κάθε δύο μήνες με έστελνε στο σχολείο της αδερφής μου, να ρωτήσω τους δασκάλους για την πρόοδό της. Έμαθα πώς να ξεβουλώνω την τουαλέτα και που θα βρώ φθηνότερο πετρέλαιο θέρμανσης. Κατάλαβα πως όλα αυτά δεν γίνονταν μόνο επειδή ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να τα κάνει η ίδια, αλλά επειδή με προετοίμαζε.

Μία μέρα που γύρισα από το σχολείο, η μαμά μου, μου έδειξε πώς να συμπληρώνω επιταγές. Σύντομα ανέλαβα όλα τα οικονομικά του σπιτιού και έμαθα να κάνω την ίδια υπογραφή με τον πατέρα μου, για να πληρώνω τους λογαριασμούς στο όνομά του.

Η μητέρα μου έκατσε στην πολυθρόνα της και «έφτιαξε» το μαξιλαράκι στο κεφάλι της. Ένα τσιγάρο μισοσβησμένο έβγαζε καπνό στο τασάκι που βρισκόταν ανάμεσα σε  μπουκαλάκια με χάπια. Τα πόδια της απλωμένα, έμοιαζαν με καλαμάκια και το θαλασσί πουλόβερ της, ήταν τόσο μεγάλο που έβγαινε ο ένας της ώμος έξω. Έμοιαζε με γριά αλλά ταυτόχρονα και με μωρό, ανήμπορο να μεγαλώσει χωρίς βοήθεια και φροντίδα. Πέθανε εκείνο τον Νοέμβριο.

Εκείνη τη μέρα πήγα στο νοσοκομείο και ανεβαίνοντας, βρήκα το κρεβάτι της άδειο. Η θεία μου, μου είπε πως την είχαν ήδη μεταφέρει στο νεκροθάλαμο. Η μητέρα μου, είχε πληρώσει μέχρι και την κηδεία της. Βγήκα στο διάδρομο και ανακοίνωσα τα νέα στις αδερφές μου. Συγκεκριμένα είπα «Η μαμά πέθανε». Ούτε «έφυγε», ούτε υπονοούμενα. Ξεκάθαρα. Κι όταν εβδομάδες αργότερα με έπαιρναν διάφοροι για απλήρωτους λογαριασμούς και ζητούσαν τη μητέρα μου ρωτώντας «Είναι η μαμά σου σπίτι;», «Όχι, έχει πεθάνει» τους απαντούσα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα γίνει κάπως…κυνική.

Τα τελευταία δύο χρόνια στο Λύκειο, ζούσα διπλή ζωή. Ήμουν ήσυχη, υπεύθυνη και επιμελής μαθήτρια. Κανείς δεν με ρώτησε πώς ήταν η ζωή μου μετά, πώς περνούσα ή πως τα βολεύαμε σαν οικογένεια και ούτε εγώ μιλούσα για αυτό.

Ο πατέρας μου συνέχιζε να εργάζεται στη πόλη που μέναμε πρίν και επειδή ήταν πολύ μακριά από το καινούριο μας σπίτι, τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδος, σχεδόν όλες, έμενε εκεί. Τα βράδια που έλειπε από το σπίτι, προσευχόμουν να μην γίνει κάτι κακό, να μην ξεσπάσει καμιά φωτιά στο εργοστάσιο και εκτός από τον κλασσικό κανόνα «μη χτυπάς την αδερφή σου», επινόησα νέους κανόνες όπως:

  • «δεν ανοίγουμε σε αγνώστους, ούτε αν αυτός μοιάζει με αστυνομικό ή πυροσβέστη» ή
  • «δεν λέμε σε οποιονδήποτε πάρει τηλέφωνο ότι ο μπαμπάς δεν είναι σπίτι, αλλά ότι δεν μπορεί να μιλήσει αυτή τη στιγμή»

Μετά το θάνατο της μητέρας μου είχα περισσότερη ελευθερία από ποτέ αλλά δεν είχα ιδέα πώς να τη διαχειριστώ. Μπορούσα να αγοράζω στο σούπερ μάρκετ πράγματα εκτός λίστας ή να βγαίνω μέχρι αργά,  χωρίς να ανησυχώ ότι θα με τιμωρήσει ή θα με μαλώσει. Όμως όσο μου άρεσε η ελευθερία μου, άλλο τόσο μου άρεσε να φαντάζομαι πως είχε φύγει για λίγο και θα ξαναρχόταν. Ο πατέρας μου, ειδικά αυτό, το έκανε ευκολότερο. Από την ώρα που εισπράξαμε τη σύνταξή της από το ασφαλιστικό της ταμείο, δεν ξαναμιλήσαμε για εκείνη.

Η απουσία της ωστόσο ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Δεν υπήρχε κανείς να αντιμετωπίσει τον ευέξαπτο χαρακτήρα του πατέρα μου. Μία τυπική διαφωνία μαζί του για ένα σωρό ασήμαντους λόγους-π.χ. για το πρόγραμμα της τηλεόρασης, το βραδινό που θα μαγείρευα ή τη μάρκα του γυαλιστικού παπουτσιών-μπορεί να κατέληγε σε καυγά με κατηγορώ και ουρλιαχτά. Ευτυχώς η απόσταση μεταξύ μας, βοηθούσε. Ο πατέρας μου, λόγω της δουλειάς του, δεν έμενε ποτέ στο σπίτι για πολύ οπότε οι στιγμές που περνούσαμε μαζί είχαν πάντα ημερομηνία λήξης.

Οι καταστάσεις που αντιμετώπισα σε αυτά τα 8 χρόνια που μεγάλωσα τις αδερφές μου, ήταν πάνω κάτω ό,τι συμβαίνει σε όλους όσοι έχουν έρθει σε αυτή τη θέση. Ποτέ δεν ντάντεψα τις αδερφές μου ούτε προσποιήθηκα τη μητέρα τους. Το μόνο που ήθελα να εξασφαλίσω ήταν ότι το σπίτι μας δεν θα κατέρρεε και ότι όλοι είχαν από ένα πιάτο φαγητό. Η καθυστερημένη μου θλίψη σε συνδυασμό με το «ανίκητο» της εφηβείας μου, μου έδωσαν μεν δύναμη αλλά παρέμενα ανήμπορη να θρέψω τον εαυτό μου, ποσώ δε μάλλον τις αδερφές μου.

Όταν μια μέρα με αγκάλιασε η καθηγήτριά μου στο σχολείο, συνειδητοποίησα πως είχαν 4 χρόνια να με αγκαλιάσουν. Είχα πάντα μια ακαθόριστη θέση στην οικογένεια. Ήμουν κάτι μεταξύ μητέρας και αδερφής, κόρης και συζύγου. 17 χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας μου, αυτή η ακαθόριστη θέση συνεχίζει να υπάρχει στη σχέση μου με τις αδερφές μου και με τον πατέρα μου, έχοντας αποδεχτεί πως αυτό μπορεί να μη φύγει ποτέ. Δεν έχω δικά μου παιδιά ακόμη, ίσως επειδή έχω ήδη μεγαλώσει τρία και δεν θέλω να αναλάβω την ευθύνη ενός τέταρτου παιδιού από την αρχή. Εύχομαι οι  αδερφές μου να μην είχαν χάσει τη μητέρα μας, σε τόσο μικρή ηλικία. Εύχομαι να ήμουν καλύτερη αντικαταστάτρια για εκείνες.

Περιμένουμε και τη δική σας εμπειρία με email, στο info@singleparent.gr
Σημ: Το Singleparent.gr εγγυάται για την προστασία των προσωπικών σας δεδομένων και σας διαβεβαιώνει ότι, η ταυτότητά σας θα παραμείνει μυστική.