Ξαφνικός θάνατος: Είναι πιο δύσκολο να τον ξεπεράσεις;

0

Η απώλεια του/της συντρόφου είναι από τα πιο τραυματικά γεγονότα στη ζωή ενός ανθρώπου, ωστόσο-σύμφωνα με μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, οι περισσότεροι ενήλικες τείνουν να επανέρχονται στους σωματικούς και ψυχολογικούς τους ρυθμούς σε περίπου 18 μήνες από το συμβάν.

Η έρευνα αυτή, θέτοντας το ερώτημα αν ο ξαφνικός θάνατος είναι πιο επώδυνος απ’ ότι αν περιμένεις τον/τη σύζυγό σου να πεθάνει, συμπέρανε ότι για τους μεγαλύτερους άντρες ο ξαφνικός θάνατος των συζύγων τους ήταν κάτι που μπορούσαν να χειριστούν πιο «εύκολα» σε σχέση με μια μακροχρόνια ασθένεια! Επιπλέον τα ευρήματα αυτής της έρευνας διέψευσαν το στερεότυπο που ορίζει πως όσο πιο δυστυχισμένος είναι ο έγγαμος βίος, τόσο μεγαλύτερη θλίψη νιώθει ο/η σύζυγος που μένει πίσω, λόγω των ενοχών, αντιθέτως συμπεραίνει πως όσο πιο αγαπημένο είναι το ζευγάρι, τόσο μεγαλύτερη είναι η θλίψη του επιζώντος συντρόφου.

Η έρευνα, είναι μέρος μίας συνεχούς ανάλυσης ανάμεσα σε 1.532 παντρεμένους άντρες και γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω που ξεκίνησε το 1987. Με τα χρόνια, οι ερευνητές παρατήρησαν το θάνατο των συμμετεχόντων οπότε και ακολούθησε μια δειγματοληπτική συνέντευξη με τους συζύγους τους στους 6 μήνες, στους 18 μήνες  και στα 4 χρόνια από το θάνατό τους. Επίσης πήραν συνέντευξη από συμμετέχοντες που δεν είχαν χάσει τους συντρόφους τους και έκαναν τη σύγκριση ανάμεσα σε εκείνους και τους χήρους συντρόφους των συμμετεχόντων που δεν ήταν πια στη ζωή ενώ το πόρισμα της έρευνας βασίστηκε και σε άλλα δημογραφικά και ποιοτικά στοιχεία (π.χ. πόσο καλή ήταν η σχέση μέσα στο γάμο κλπ.).

Η κοινωνιολόγος Deborah Carr, εξηγεί «Μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να πούν τίποτα αρνητικό για τον σύζυγο που έχει φύγει από τη ζωή σε σημείο να τον Αγιοποιούν, ενώ άλλοι πέφτουν σε τέτοια κατάθλιψη που παραποιούν τη ποιότητα του γάμου τους, με την έννοια ότι θυμούνται τις άσχημες στιγμές σε πολύ πιο έντονο βαθμό από τον πραγματικό». Η Deborah Carr ανακάλυψε επιπλέον, ότι οι επιζώντες σύντροφοι με ιδιόκτητο σπίτι ή μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια, είχαν μεγαλύτερη ροπή στη κατάθλιψη απ’ ότι οι άνθρωποι που ζούσαν σε μικρά διαμερίσματα και είχαν περιορισμένη οικονομική δυνατότητα και υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό:

«Όσοι έχουν ιδιόκτητο σπίτι μπορεί να περνάνε την απώλεια του συντρόφου πιο δύσκολα, διότι προστίθεται ένα ακόμη άγχος στο στεγαστικό δάνειο που έχει παρθεί ή στην υποθήκη που έχει μπεί γι’ αυτό το σπίτι καθώς και στις ήδη αυξημένες απαιτήσεις για τη φροντίδα του. Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να είναι περισσότερο απομονωμένοι μέχρι και φοβισμένοι ότι θα ζήσουν ολομόναχοι σε αυτό το σπίτι για το υπόλοιπο της ζωής τους, σε αντίθεση με όσους ζούν στο ενοίκιο και έχουν σχέσεις με τους γείτονές τους».
Επιπλέον, ανακάλυψε ότι οι γυναίκες που κατά τη διάρκεια του γάμου εξαρτώνταν οικονομικά και πρακτικά από τους συζύγους τους, βίωναν πιο έντονο στρές μετά τον θάνατό του ενώ το 1/3 των χήρων, δεν είχαν προειδοποιηθεί για τον θάνατο του/της συζύγου, το δεύτερο 1/3 γνώριζε για τον θάνατο 5-6 μήνες νωρίτερα ενώ το τρίτο  1/3 γνώριζε για τον θάνατο, περισσότερο από ένα εξάμηνο νωρίτερα.  Οι άντρες που γνώριζαν για το θάνατο περισσότερο από 6 μήνες νωρίτερα, είχαν περισσότερες πιθανότητες για καρδιακά επεισόδια μέσα σε ένα εξάμηνο από το συμβάν.

Άλλο ένα εύρημα της μελέτης αυτής, κατέδειξε ότι οι χήρες γυναίκες βίωναν πιο στενόχωρα τον ξαφνικό θάνατο απ’ ότι οι χήροι άντρες. Αυτό, όπως εξηγεί και η ίδια, συμβαίνει επειδή οι περισσότερες γυναίκες λόγω του ότι είναι μητέρες, είναι πιο εξοικειωμένες με το ρόλο του φροντιστή οπότε τους έρχεται κάπως πιο «γνώριμο» να φροντίζουν έναν άνθρωπο άρα εξοικειώνονται και πιο «εύκολα» με τον θάνατό του.  Κάτι άλλο που βοηθάει τις γυναίκες στο πένθος είναι το γεγονός ότι είναι πιο κοινωνικές και συνήθως έχουν αρκετά άτομα στα οποία μπορούν να στραφούν για υποστήριξη, τη στιγμή που οι άντρες στο μόνο άτομο που βασίζονται, είναι η γυναίκα τους.

«Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι ένας ξαφνικός θάνατος δεν είναι απαραίτητα πιο δύσκολος, απ’ ότι μια μακροχρόνια ασθένεια που οδηγεί στο θάνατο, και πως ένα τέτοιο γεγονός είναι συναισθηματικά και σωματικά επώδυνο για όλους, ανεξαρτήτως φύλου».

Πηγή: http://mentalhealth.about.com/