Κώστας και Νίκος…

0

Ο Κώστας με το Νίκο θα μπορούσαν στην κυριολεξία να ισχυριστούν ότι έχουν μεγαλώσει μαζί. Γεννημένοι με μόλις μια βδομάδα διαφορά, βρέθηκαν από 8 μηνών στον ίδιο βρεφονηπιακό σταθμό. Και συνέχισαν για πολλά χρόνια την κοινή μαθητική τους και όχι μόνο πορεία. Οι γονείς τους πολύ σύντομα συνειδητοποίησαν ότι τα δύο αγόρια έκαναν πολύ στενή παρέα και δεν τους έφταναν οι ώρες του σχολείου, οπότε άρχισαν να συναντιούνται και μετά το πέρας αυτού, παίζοντας με τα αυτοκινητάκια και τις μπάλες τους μέχρι οι γονείς τους να τους πείσουν να πάνε στα κρεβάτια τους.

Όσο τα χρόνια περνούσαν και τα αγόρια μεγάλωναν, άρχισαν πια να κοιμούνται ο ένας στο σπίτι του άλλου. Κι όταν ο Κώστας έφερε κρυφά από το σπίτι του ένα μπουκάλι μπύρα, ο Νίκος ήταν αυτός που τα έψαλε το επόμενο πρωί που συνήλθε. Αλλά η αγάπη τους ήταν αληθινή. Νοιαζόταν ο ένας για τον άλλον, κι ακόμα κι όταν πέρασαν σε σχολές που ήταν σε διαφορετικές πόλεις, δεν άφησαν την φιλία τους να αλλοιωθεί. Μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο, στο μέσεντζερ, κανόνιζαν σαββατοκύριακα ο ένας στο σπίτι του άλλου, και όλα φάνταζαν αρμονικά και αναλλοίωτα. Μέχρι που ο Νίκος γνώρισε την Νικολέτα. Και ερωτεύτηκε.

Ο Κώστας στην αρχή δεν είχε καταλάβει την σπουδαιότητα της σχέσης αυτής. Πίστευε ότι θα ήταν ακόμα μια περαστική από το κρεβάτι του Νίκου και δεν έδωσε σημασία. Την ημέρα όμως που ο φίλος του ακύρωσε την διήμερη εξόρμηση τους για να πάει στο χωριό της Νικολέτας, τότε κατάλαβε ότι μάλλον τα πράγματα είναι σοβαρά. Όσο το σκεφτόταν, του φαινόταν λογικό. Η Νικολέτα ήταν όμορφη, έξυπνη, δυναμική, μια γυναίκα που μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στον φίλο του. Το μόνο που έμενε ήταν να βρει κι εκείνος μια κοπέλα, για να βγαίνουν τετράδα.

Μετά από λίγο καιρό ο Κώστας γνώρισε τη Μαρία, μια εκθαμβωτικά όμορφη κοπέλα και η σχέση τους ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Οι δύο φίλοι είχαν βρει επιτέλους τα ταίρια τους και η τετράδα ήταν αχώριστη. Μαζί έβγαιναν τα βράδια, μαζί διασκέδαζαν, μαζί πήγαιναν διακοπές. Όταν λοιπόν ο Νίκος έκανε πρόταση γάμου στη Νικολέτα, ήταν αυτονόητο ότι ο Κώστας και η Μαρία θα ήταν οι κουμπάροι. Και λίγο καιρό αργότερα ήταν οι πρώτοι που έμαθαν τα ευχάριστα για το νέο μέλος που θα ερχόταν στο σπίτι των φίλων τους.

Η αλήθεια είναι ότι ο ερχομός του μωρού ενώ χαροποίησε πολύ την παρέα, άλλαξε τελείως τις ισορροπίες ανάμεσά τους. Τώρα πια ο Νίκος ήταν πατέρας και δεν έβγαινε τόσο συχνά έξω, με αποτέλεσμα ο Κώστας να νοιώθει μοναξιά. Και η Μαρία τον πίεζε να παντρευτούν και να κάνουν κι εκείνοι ένα παιδί, αλλά εκείνος δεν ήθελε. Η γκρίνια μεγάλωνε, και στο τέλος ήρθε ο χωρισμός. Ευτυχώς για εκείνον, οι φίλοι του τον στήριξαν και κατάφερε να συνεχίσει τη ζωή του, αφιερώνοντάς την όμως στην βαφτιστήρα του. Τώρα πια ήξερε ότι δεν ήταν ποτέ αληθινά ερωτευμένος με τη Μαρία, διαφορετικά δεν θα την άφηνε να φύγει τόσο εύκολα.

Η ζωή του άλλαξε εκείνο το πρωινό που χτύπησε το τηλέφωνό του και η Νικολέτα του ανακοίνωσε κλαίγοντας ότι πέθανε ο Νίκος. Τις πρώτες μέρες ο Κώστας πέρασε μια έντονη περίοδο άρνησης. Δεν ήθελε, δεν μπορούσε να το δεχτεί. Όμως γρήγορα συνήλθε. Καταλάβαινε πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του τώρα. Έπρεπε να στηρίξει τη γυναίκα και το παιδί του νεκρού του φίλου. Η μικρή ήταν η αδυναμία του. Σχεδόν είχε μετακομίσει σπίτι τους.

Έπαιζε μαζί της, της διάβαζε παραμύθια, την έπαιρνε αγκαλιά. Κι όταν κοιμόταν έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει τη Νικολέτα. Να αλλάξει μια καμένη λάμπα, να φτιάξει μια σπασμένη βρύση, να κουβαλήσει ξύλα για το τζάκι. Και τη νύχτα καθόντουσαν μπροστά στη φωτιά και έλεγαν ιστορίες. Πάντα από το παρελθόν. Ποτέ δε μιλούσαν για το μέλλον.

Και ο καιρός περνούσε και η μικρή μεγάλωνε. Και γινόταν όμορφη και έξυπνη σαν τη μαμά της. Ώσπου ένα βράδυ, την ώρα που ο Κώστας έσκυψε να την φιλήσει για καληνύχτα, άκουσε τη μικρή να ψελλίζει νυσταγμένη : «Καληνύχτα Μπαμπά». Το σοκ ήταν μεγάλο. Έμεινε ακίνητος μες στο σκοτάδι, χωρίς σχεδόν να αναπνέει. Βγήκε από το δωμάτιο όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Πλησίασε τη Νικολέτα. Εκείνη σηκώθηκε όρθια. Χλωμή μέσα στα μαύρα ρούχα της, φαινόταν τόσο αδύναμη. Εκείνος όμως ήξερε την δύναμη που έκρυβε μέσα της. Έσκυψε και την φίλησε. «Παντρέψου με, γίνε η γυναίκα μου, άσε με να σας φροντίζω».

Χαμήλωσε το βλέμμα της και κοίταξε τη βέρα που φορούσε ακόμα στο δάκτυλό της. Δεν του απάντησε, παρά μόνο έβγαλε τη βέρα της και την ακούμπησε μπροστά στη φωτογραφία του Νίκου. Κι όταν μετά από λίγους μήνες ήρθε ο γιος τους, ήξεραν και οι δύο το όνομα που θα του έδιναν.

Πηγή: thebluez.gr