”Όλα τα μωρά φεύγουν – φεύγουν, εγώ μόνο μένω”

0

Πρόσφατα, ανακάλυψα αυτό το άρθρο του Σταύρου Θεοδωράκη και πραγματικά, συγκλονίστηκα! Τρεις παιδιά, τρεις δυνατές ιστορίες! Και δυστυχώς, δεν είναι τα μόνα!

Η Αττική οδός ήταν ένα ποτάμι με χαμογελαστές οικογένειες. Έβρεχε αλλά κανένας δεν είχε χάσει το κέφι του. Από τα πίσω τζάμια με χαιρετούσαν λαμπάδες και πλαστικές σακούλες. Στην δεξιά λωρίδα ένα άσπρο αμάξι  με μια τεράστια σχάρα και δυο παραμορφωμένα χαρτόκουτα  «απολάμβανε» σιγά σιγά τα χιλιόμετρα. Μάνα,  πατέρας και 2-3 παιδιά που ανοιγόκλειναν συνεχώς τα στόματα τους. Τους ακολούθησα, λες και θα καταλάβαινα τις συζητήσεις τους. Κάπου ίσως θα τους περίμενε ένας παππούς και μια γιαγιά. Ένα μεγάλο δωμάτιο  με πολλά κρεβάτια, πιατέλες με  κουλουράκια  και  κόκκινα αβγά. Στην Ανάσταση θα αντάλλασσαν  φιλιά  και το πρωί θα «μάλωναν» γύρω από τη σούβλα. Αφαιρέθηκα. Λίγο ακόμα και θα έχανα την «έξοδο 7». Μέχρι να φτάσω στο  «Μητέρα»  η βροχή είχε σταματήσει. Λουλούδια ανθισμένα και  παιδιά που τιτίβιζαν πριν τον μεσημεριανό ύπνο. Μια γυναίκα έσφιγγε στην αγκαλιά της ένα μωρό. Ο άντρα δίπλα της έσπρωχνε ένα πολύχρωμο καρότσι. Μια κοινωνική λειτουργός συνέχιζε να τους δίνει συμβουλές. Πριν ένα χρόνο υιοθέτησαν το πρώτο τους παιδί, σήμερα έπαιρναν και το δεύτερο. Τους έκλεισα το μάτι και επιτάχυνα. Η Αντιγόνη Κοντοπούλου, παιδίατρος και επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα» μου έδινε τις τελευταίες «ειδήσεις». Εδώ τα νέα δεν είναι ο Παυλίδης και ο Καρατζαφέρης. Είναι το βρέφος που εγκατέλειψαν στο Έλενα, η πρόοδος της Αλίκης στο «περίπτερο» 6, μια νέα αίτηση για υιοθεσία ενός παιδιού με «ιδιαιτερότητες». «Οι Έλληνες αλλάζουμε σιγά σιγά» μου ψιθύρισε ευτυχισμένη μες στις έγνοιες της, η παιδίατρος.

Ο Αχιλλέας, η Αγγελική και ο Μανώλης με περίμεναν στα «σπίτια» τους. Πριν 2 μήνες όταν «γύρναγα» την εκπομπή με τα εγκαταλελειμμένα παιδιά, τους είχα υποσχεθεί  ότι θα επιστρέψω για να ασχοληθώ μόνο με τις δικές τους ιστορίες. Για να μην σας το λέω με υπεκφυγές, τους είχα υποσχεθεί ότι θα τους βοηθούσα να βρουν οικογένειες.

«Όλα τα μωρά φεύγουν –φεύγουν, εγώ μόνο μένω» μου είχε πει τότε ο Μανώλης. Παραπάτησα, σαν να είχα φάει χαστούκι.

Η Αγγελική, έπαιζε μαζί μου «κρυφτό». Γελάκια και ντροπές μαζί. Στον  αποχαιρετισμό είχε αφήσει να πέσει στα πόδια μου μια ζωγραφιά της.

Και ο Αχιλλέας μου έλεγε «πάμε» και μου έδειχνε προς τα μεγάλα δέντρα που χωρίζουν τον κόσμο του, από τον έξω κόσμο.

Αχιλλέας ο ασυγκράτητος – 5 χρονών

«Δυο μεγάλα μάτια μέσα σε μια κουβέρτα». Αυτό θυμούνται για τον Αχιλλέα οι γυναίκες που το πρωτοαγκάλιασαν. Στο Παίδων το παρέδωσε η ίδια του η μητέρα. Μια νεαρή κοπέλα, τσιγγάνα, που το άφησε και εξαφανίσθηκε. Ήταν τότε 50 ημερών. Στα «έκτακτα» διεγνώσθη «σοβαρός υποσιτισμός». Μετά από 20 ημέρες νοσηλείας, τον Φεβρουάριο του 2005,  «το μωρό με τα μεγάλα μάτια», παραδόθηκε στο 7ο περίπτερο του «Μητέρα». «Μελαχρινός και αδύνατος, πολύ αδύνατος, τόσο που φοβόσουνα να τον σφίξεις στην  αγκαλιά σου».

Αλλά τι σας λέω τώρα. Ο Αχιλλέας, παίδαρος πια, με περίμενε όρθιος στην πόρτα. Έπιασε αμέσως το χέρι του και με τράβηξε στον διάδρομο. Αναζητούσε την έξοδο για τον κήπο. «Συνέχεια θέλει να είναι στη φύση. Να κυνηγάει τα πουλιά και τις γάτες. Να ανεβαίνει στα δέντρα. Να κάνει σπιτάκια με πέτρες και χώματα. Να μαζεύει φύλα». Μια χελώνα που είχε χάσει το δρόμο της ήρθε και στάθηκε μπροστά μας. Ο Αχιλλέας κρύφτηκε πίσω μου και περίμενε. Δεν ήξερα αν φοβήθηκε ή αν έπαιζε. «Να την πάμε στα χόρτα;». Η ιδέα τον ενθουσίασε. Μόλις ξαναπάτησε χώμα η χελώνα ξεθάρρεψε και άρχισε να τρέχει. Μαζί της και ο Αχιλλέας. Είχε πια αφήσει το χέρι μου και οδηγούσε τη χελώνα προς το «δάσος». «Να πας στην μαμά σου», της είπε σιγανά. Η χελώνα συνέχισε να τρέχει. «Να πας στη μαμά σου» της φώναξε, ευχαριστημένος μάλλον, για τη σκέψη του. «Έλα τώρα εσύ» μου φώναξε, όταν πια η χελώνα είχε πάρει το δρόμο της. Απορροφημένος στις σημειώσεις μου δεν γύρισα αμέσως να τον κοιτάξω  και τότε αυτός έτρεξε μακριά μου. «Έτσι κάνει», θα μου εξηγήσει η κοινωνική λειτουργός. «Πάντα προσπαθεί να προκαλέσει την προσοχή των ‘’μεγάλων’’. Έχει ανάγκη από προσοχή και το φωνάζει». Όπως έφυγε έτσι σαν σίφουνας γύρισε ξανά κοντά μου. «Που μένουν οι μέλισσες;», «κρυώνουν τα μαμούνια στο δάσος;», «από πού βγαίνει το νερό;». Πριν από λίγους μήνες δυσκολευόταν να μιλήσει. Μετά από μαθήματα λογοθεραπείας και εργοθεραπείας ο λόγος του, εξελίχθηκε. «Σε μια οικογένεια σε λίγα χρόνια θα τα ξεπεράσει όλα, αν μείνει στα Ιδρύματα οι αδυναμίες θα γίνουν αναπηρίες».  Ο Αχιλλέας μετά από μια «επιδρομή» στην κουζίνα επιστρέφει με ένα πασχαλινό αυγό και ένα πλαστικό πιάτο. Προσπαθεί να το σπάσει. «Μόνη μου», φωνάζει ενώ πάω να τον βοηθήσω. Μπερδεύομαι. «Μόνη μου» μου επαναλαμβάνει αυστηρά. Πέντε χρόνια ακούει μόνο γυναίκες… «Μό – νος – μου» προσπαθώ να τον διορθώσω.  Με κοιτάζει συμπονετικά που μιλάω συλλαβιστά και αποφασίζει να με ελεήσει. «Να πάρε» και μου προσφέρει ένα μεγάλο κομμάτι σοκολατένιου αυγού.

Αγγελική η χαμογελαστή – 8 χρονών

Είχε μόλις κάνει το μπάνιο της, ντυνόταν και ένα πιάτο ζεστό φαί την περίμενε κιόλας στο κόκκινο τραπεζάκι. Με κοίταξε και γέλασε. Ίσως να με θυμήθηκε.

«Το τελευταίο καιρό είναι πιο δραστήρια και ζωηρή. Κάνει λογοθεραπεία και παρακολουθεί ψυχοεκπαιδευτικό πρόγραμμα δημιουργικής απασχόλησης. Οι στερεοτυπικές και δυσπροσαρμοστικές αντιδράσεις της, έχουν μειωθεί». Επιστημονικές κουβέντες που δεν λένε όλη την αλήθεια. Εγώ νιώθω ότι όλο το δωμάτιο γεμίζει με το νάζι της. Της αρέσει που την φωτογραφίζω και ακολουθεί με το βλέμμα, τις κινήσεις μου. Αυτό το κορίτσι το αρνήθηκαν δυο φορές.

Η φυσική της μητέρα ήταν ανύπαντρη και 55 ημερών την έδωσε σε μια άλλη γυναίκα για να τη φροντίσει με σκοπό κάποια στιγμή να την υιοθετήσει. Η Αγγελική όμως παρουσίαζε συμπτώματα αυτισμού και η υποψήφια θετή της μάνα την παραμελούσε. Δυό μιση χρονών την φέρανε με εισαγγελική εντολή στο «Μητέρα». Ήταν βρώμικη,  αχτένιστη και δεν δεχόταν να την ακουμπήσει κανείς. Η φροντίδα των βρεφοκόμων, γκρέμισε σιγά σιγά τα τείχη.

Τώρα το κρεβάτι της, το βασίλειο του ροζ, είναι το πιο περιποιημένο στο «περίπτερο». Αυτή τακτοποιεί και όσα παιγνίδια βρεθούν «πεταμένα» στο δρόμο της. Μόλις τελείωσε το φαγητό της, ήθελε να δει τις φωτογραφίες. Μου έδειξε ένα καρεκλάκι, δίπλα της και μου χαμογέλασε. Σε κάθε φωτογραφία έβγαζε και ένα γελάκι. Κάποια στιγμή σηκώθηκε και έτρεξε προς το δωμάτιο της. Γύρισε με μπογιές και ένα μπλοκ ζωγραφικής. Ένα πράσινο δέντρο, ένας γαλάζιος ουρανός, ένα καφέ σπίτι, ένα φεγγάρι, ένα τραπέζι. Αργές κινήσεις στολισμένες με πλάγια βλέμματα. Ήθελε να ξέρει αν την παρακολουθώ και ένιωθε ασφάλεια που έβλεπε στο βάθος την κοινωνική λειτουργό. Οι λέξεις της συνέχιζαν να είναι μετρημένες. Κάποια στιγμή σταμάτησε να ζωγραφίζει και θέλησε να δει πάλι τις φωτογραφίες. Άρχισε να ζωγραφίζει μια κοπέλα. Ένα φουστάνι και μια κοπέλα. Ένα συνομήλικο της αγόρι με έχει βρει εύκολο στόχο και προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στην πλάτη μου. Η Αγγελική χαμογελάει αλλά δεν νοιάζεται. Δεν γκρινιάζει δηλαδή που ένα άλλο παιδί προσπαθεί να μου αποσπάσει την προσοχή. Την κοιτάω και μου έρχεται στο μυαλό η ιστορία της Νάσιας. Σας είχα γράψει για την Νάσια πριν 3 χρόνια. Ένα κορίτσι με σοβαρή αναπηρία στα πάνω άκρα που αναστήθηκε στην αγκαλιά του Γιάννη και της Φένης. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ο Γιάννης μου τηλεφωνεί. Στο τελευταίο τηλεφώνημα με ενημέρωσε ότι η Νάσια θριαμβεύει στο κολύμπι και στη ντραμς! Θλίβομαι για μια στιγμή, γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι θα βρεθεί ένας Γιάννης και μια Φένη για την Αγγελική. «Πάρε» μου λέει η μελαχρινή ομορφιά δίπλα μου και μου δίνει τις ζωγραφιές της.

Μανώλης ο χορευταράς – 7 χρονών

Τον βρήκα στην αγκαλιά της «μαμάς» του, της Βαρβάρας, της κοινωνικής λειτουργού. Άνοιγαν ένα παιγνίδι με πολεμιστές και κάστρα αλλά μόλις με είδε το παράτησε όλα και έτρεξε να με σπρώξει στη καρέκλα. «Βγάλε το σακάκι σου» μου φώναξε. «Βγάλε το σακάκι σου για να κάτσεις πιο πολύ». Μου πρόσφερε ένα ποτήρι νερό και με υποχρέωσε να το πιώ. «Για πες τώρα;». Καθόταν απέναντι μου, έτοιμος να συζητήσει τα πάντα. «Εγώ αγαπάω όλες τις κοπέλες», έθεσε το πρώτο θέμα συζήτησης. Φορούσε καινούργια ρούχα και είχε κάνει τα μαλλιά του καρφάκια. Οι επισκέψεις «τρίτων» είναι ξεχωριστό γεγονός εδώ στα περίπτερα του Κέντρου Βρεφών.

Όταν πλησίασα θυμήθηκα τον Φίλιππα που πριν λίγα χρόνια πήρε από εδώ τον Κάρολο.  «Μπαίνεις μέσα και όλα τα παιδιά σου φωνάζουν, ‘’μπαμπά- μπαμπά πάρε εμένα’’. Είναι φοβερό, όσοι το περνάνε αυτό το σοκ, δεν το ξεπερνάνε ποτέ».

«Εγώ πότε θα φύγω;» μου θέτει χωρίς περιστροφές το ερώτημα ο Μανώλης. Προσπαθώ να του εξηγήσω αλλά μάλλον τα έχει ακούσει πολλές φορές. «Βόλτα θα πάμε;». Για πρώτη φορά η Μανώλης βρέθηκε στο Κέντρο Βρεφών σε ηλικία 9 μηνών. Η πολυμελής οικογένεια του, τον παραμελούσε και εδώ τον τάισαν, τον φρόντισαν και μετά από ένα χρόνο είπαν να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στους γονείς του. Ο Μανώλης όμως κακοποιήθηκε ξανά και σε 2 χρόνια επέστρεψε «οριστικά» στο «Μητέρα». Και τώρα είναι ο χορευταράς του «περιπτέρου». Θέλει συνέχεια να κάνουν πάρτι για να ακούει δυνατά μουσική και να τρώει παγωτό.

«Εμένα μου αρέσει ο Ζορρό, γιατί είναι δυνατός και έχει μαύρο άλογο», συνεχίζει να μου θέτει θέματα. Σήμερα παρακολουθεί προγράμματα για παιδιά με γνωστικές ελλείψεις. Η εξέλιξη του όμως είναι γρήγορη και σύντομα θα πάει σε κανονικό σχολείο έχοντας μόνο μια μικρή παράλληλη στήριξη. «Και από φαγητά μου αρέσουν τα σουτζουκάκια με πιλάφι και τα γεμιστά». «Εσύ φοβάσαι το φως το ουρανού;», με ρωτάει και δεν ξέρω τι να του απαντήσω. «Τους κεραυνούς εννοεί» με ‘’βοηθάει’’ η Βαρβάρα. «Θέλω να πάμε στη θάλασσα. Η θάλασσα είναι μπλε», μου αλλάζει ξανά το θέμα ο Μανώλης. «Όταν ήταν μωρό έζησε για λίγο σε νησί», μου διευκρινίζει η κοινωνική λειτουργός «και μπορεί να έχει χρόνια να δει την θάλασσα, την ζωγραφίζει όμως».

Το άρθρο είναι του Σταύρου Θεοδωράκη και ανέβηκε από τη Γεωργία Μπαρμπαρή στο epaggelmagynaika.gr

Πηγή: yiothesia.gr