Γονικές άδειες και άδεια μητρότητας: Τί ισχύει;

1

Γονικές άδειες:

Διά του Ν. 1483/1984 όπως ισχύει σήμερα, καθιερώθηκε η χορήγηση γονικών αδειών σε εργαζομένους με ανήλικα τέκνα. Ειδικότερα, ο γονέας που έχει τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 1483/1984 και έχει συμπληρώσει ένα (1) χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη δικαιούται να λάβει γονική άδεια ανατροφής του παιδιού, στο χρονικό διάστημα από τη λήξη της άδειας μητρότητας μέχρις ότου το παιδί συμπληρώσει ηλικία τριών και μισό (3 1/2) ετών. Η άδεια αυτή είναι χωρίς αποδοχές, η διάρκειά της μπορεί να φθάσει τους τρεις και μισό (3 1/2) μήνες για κάθε γονέα και δίνεται από τον εργοδότη, με βάση τη σειρά προτεραιότητας των απασχολούμενων στην επιχείρηση για κάθε ημερολογιακό έτος. Oι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που γίνεται εξαιτίας της άσκησης του δικαιώματος για λήψη γονικής άδειας ανατροφής, είναι άκυρη.

Μετά τη λήξη της γονικής άδειας ανατροφής ο εργαζόμενος δικαιούται να επανέλθει στην εργασία του, στην ίδια ή σε παρόμοια θέση, η οποία δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι κατώτερη από αυτήν που είχε πριν λάβει τη γονική άδεια ανατροφής.

Ο εργαζόμενος γονέας, που λαμβάνει γονική άδεια ανατροφής, έχει, κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας από την εργασία του, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη από τον ασφαλιστικό του φορέα, υποχρεούται όμως, να καταβάλει ολόκληρη την ασφαλιστική εισφορά, εργατική και εργοδοτική, που αντιστοιχεί σε αυτό το διάστημα.

Οι εργαζόμενοι της παραγράφου 1 του άρθρου 1, εφόσον έχουν πλήρη απασχόληση, δικαιούνται, ανεξάρτητα από δικαιώματα που παρέχονται από άλλες διατάξεις, να λαμβάνουν, με αίτησή τους, άδεια χωρίς αποδοχές από τον εργοδότη τους, που δεν θα είναι μεγαλύτερη από έξι (6) εργάσιμες ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος, σε περίπτωση ασθενείας εξαρτώμενων παιδιών ή άλλων μελών της οικογένειας, όπως αυτά προσδιορίζονται, στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή είναι δυνατό να χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά και αυξάνεται σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες, εάν ο δικαιούχος προστατεύει δύο παιδιά και σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εάν προστατεύει περισσότερα από δυο. Σε περίπτωση που οι δικαιούχοι είναι σύζυγοι, η άδεια αυτή χορηγείται στον καθένα από αυτούς χωριστά.

Περαιτέρω, οι εργαζόμενοι, που αναφέρονται στο άρθρο 7, που έχουν παιδιά ηλικίας μέχρι 16 ετών, τα οποία παρακολουθούν μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης εκπαίδευσης δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους μέχρι τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών κάθε ημερολογιακό έτος, με άδεια του εργοδότη, για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης.

Τέλος, οι γονείς που εργάζονται με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση που απασχολεί τουλάχιστον πενήντα (50) άτομα και έχουν παιδιά με πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία μπορούν να ζητήσουν να μειωθεί το ωράριο εργασίας τους κατά μία ώρα την ημέρα, με ανάλογη περικοπή των αποδοχών τους.

Άδεια μητρότητας

Με βάση την υπ’ αριθμ. 103/1952 ΔΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1302/1982 και ισχύει πλέον ως εσωτερικός νόμος με υπερνομοθετική ισχύ, κάθε εργαζόμενη γυναίκα, η οποία απασχολείται σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα μεταλλεία, τα λατομεία και οι κάθε φύσεως εξορυκτικές επιχειρήσεις, σε επιχειρήσεις δομήσεως και μεταφοράς, σε εργασίες μη βιομηχανικές, σε γεωργικές εργασίες, ή ως οικόσιτο προσωπικό, έχει δικαίωμα άδειας μητρότητας, με μοναδική προϋπόθεση την προσαγωγή ιατρικής βεβαίωσης, η οποία πιστοποιεί την πιθανή ημερομηνία του τοκετού της.

Η διάρκεια της ανωτέρω άδειας αρχικώς προσδιορίστηκε σε 12 εβδομάδες, αυξήθηκε όμως μεταγενεστέρως σε 17 εβδομάδες, με βάση την από 23-05-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., από τις οποίες οι 8 εβδομάδες χορηγούνται υποχρεωτικώς πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού και οι υπόλοιπες 9 εβδομάδες μετά τον τοκετό (βλ. άρθρο 7 της ανωτέρω Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2874/2000).

Για την αμοιβή του χρόνου της άδειας μητρότητας από τον εργοδότη εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του ΑΚ. Συνεπώς ο εργοδότης δικαιούται από τις αποδοχές του μισού μήνα ή του ενός  μηνός, να αφαιρέσει τα ποσά τα οποία τυχόν καταβλήθηκαν στην εργαζομένη για την ίδια αιτία, δυνάμει υποχρεωτικής από το νόμο ασφαλίσεώς της.

Κατά το άρθρο 3 του Ν. 1302/1982, η εργαζόμενη γυναίκα, για τις ανάγκες του θηλασμού και τις αυξημένες φροντίδες τις οποίες έχει ανάγκη το νεογέννητο στα πρώτα στάδια της ζωής του, έχει δικαίωμα για χρονικό διάστημα ενός έτους από τον τοκετό, είτε να διακόπτει την εργασία της για μία ώρα, είτε να προσέρχεται μία ώρα αργότερα, είτε τέλος να αποχωρεί μία ώρα νωρίτερα κάθε μέρα. Ο χρόνος αυτός θεωρείται πάντοτε χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με την απόφαση υπ’ αριθμ. 14/1992 του Αρείου Πάγου, κάθε εργαζόμενη γυναίκα δικαιούται ωριαίας απουσίας από την εργασία της για ένα έτος μετά τον τοκετό, ακόμη και αν δεν θηλάζει το παιδί της με φυσικό τρόπο.

Τέλος, για την επιδότηση λόγω μητρότητας από το ΙΚΑ, δηλαδή την επιδότηση λόγω κυοφορίας, προβλέπουν διατάξεις του άρθρου 39 του αν. ν. 1846/1951 και οι διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του Κανονισμού Ασθένειας του ΙΚΑ.

[Το σχετικό απόσπασμα έχει ληφθεί από το βιβλίο «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο» του Στυλιανού Βλαστού (σελ. 488-489), Δίκαιο και Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2012).

Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος LLM
Δικηγορικό Γραφείο
Eυγενίας Α. Φωτοπούλου & Συνεργατών
Βασιλίσσης Σοφίας 6, T.K. 106 74 Αθήνα
Τηλέφωνα: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Fax: 210 36 24 703
Email: info@efotopoulou.gr
Web: http://efotopoulou.gr/

*Αν θέλετε να μάθετε τί ισχύει ειδικά για τις άδειες  των μονογονεϊκών οικογενειών, μπορείτε να διαβάσετε εδώ