Αποζημίωση απόλυσης: Τι ισχύει και τί πρέπει να ξέρετε

0

Κατ’ αρχάς, σύμφωνα και με την παλαιότερη κλασσική εργατική νομοθεσία, η αποζημίωση πρέπει να καταβληθεί ταυτόχρονα με την επίδοση του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για να είναι έγκυρη η απόλυση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.3 του πιο πρόσφατου ν. 3863/2010, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημιώσεως το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο μηνών, εκτός και αν το ποσό το οποίο υπολείπεται προς την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπληρώσεως διμήνου από την απόλυση. Η διάταξη αυτή όπως και αυτή του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955, την οποία τροποποίησε αφορούν μόνο υπαλλήλους και όχι εργατοτεχνίτες των οποίων την αποζημίωση ρυθμίζει το Β.Δ. της 16/18.07.1920.

Έπειτα  ο εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας πρέπει να το δηλώσει στον ΟΑΕΔ αλλιώς οφείλει να καταβάλλει στον απολυθέντα εργαζόμενο ως πρόσθετη αποζημίωση τα επιδόματα ανεργίας που στερήθηκε συνεπεία της ως άνω παραλείψεως του εργοδότη του.

Κατά την ορθότερη γνώμη και ερμηνευτική εκδοχή η καταβολή αποζημιώσεως σε δόσεις λόγω καταγγελίας αφορά μόνο την κατά τα άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 αποζημίωση που οφείλεται λόγω τακτικής ή έκτακτης καταγγελίας  και όχι και αυτή του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 (εκ ποσοστού 40% σήμερα) που κάνει λόγο για αποχώρηση του εργαζομένου με τη συγκατάθεση του εργοδότη σε περιπτώσεις όπως π.χ. η αποχώρηση σε ηλικία που συμπληρώνονται οι προυποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος και όχι για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας όπως αντιθέτως αναφέρει ρητώς το άρθρο 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010.

Κάθε αγωγή του εργαζομένου για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 6 μηνών από τότε που κατέστη απαιτητή, δηλ. από την καταβολή της αποζημίωσης ή την λύση της εργασιακής σχέσης.

Αποζημίωση δεν οφείλεται:

– Πριν τη συμπλήρωση ενός έτους του εργαζόμενου στην επιχείρηση.

– Αν παραιτηθεί ο εργαζόμενος.

– Στη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εκτός αν καταγγελθεί πριν τη λήξη της από τον εργοδότη χωρίς σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Α.Κ. οπότε οφείλονται όλοι οι μισθοί του υπόλοιπου χρόνου μέχρι τη λήξη της.

– Στη σύμβαση ορισμένου έργου, εκτός αν υποκρύπτεται σχέση ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οπότε τεκμαίρεται ότι υφίσταται μια ενιαία σύμβαση εργασίας και οφείλεται αποζημίωση.

– Σε περίπτωση μήνυσης σε βάρος του εργαζόμενου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή του απαγγέλθηκε κατηγορία για αδίκημα τουλάχιστον σε βαθμό πλημμελήματος. Εάν απαλλαγεί ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει την αποζημίωσή του.

Τέλος, σχετικά με τον τόπο καταβολής της αποζημίωσης, αν με βάση την καταγγελθείσα σύμβαση ο μισθός του εργαζομένου και όλες οι λοιπές απορρέουσες από την εργασιακή σχέση αξιώσεις του καταβάλλονταν στον τόπο, όπου ο μισθωτός κατέβαλλε την εργασία του, δηλαδή στο κατάστημα του εργοδότη, αυτός θα είναι και ο τόπος όπου η προσφορά της αποζημιώσεως απολύσεως θα θεωρείται προσήκουσα. Αν ο εργαζόμενος αρνείται να εισπράξει την πραγματικώς και προσηκόντως οφειλόμενη αποζημίωση, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να προβεί σε δημόσια κατάθεσή της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΑΚ 427, 431).

Λυδία Ζωγοπούλου-Δικηγόρος
Δικηγορικό Γραφείο

Eυγενίας Α. Φωτοπούλου 
Βασιλίσσης Σοφίας 6, T.K. 106 74 Αθήνα
Τηλέφωνα: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Fax: 210 36 24 703
Email: info@efotopoulou.gr
Web: http://efotopoulou.gr/

Σε περίπτωση που έχετε οποιαδήποτε απορία για το θέμα, μπορείτε να την υποβάλετε εδώ!