Το «σύνδρομο της ουράς»: Με βλέπεις, αλλά εκεί…να μου φας τη σειρά!

0

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος είμαι προετοιμασμένη για όλα. Ατελείωτες ουρές παντού, σε παιδότοπους, στα λούνα παρκ, σε χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις, σε θεματικά πάρκα, παντού. Και να έχεις και το πιτσιρίκι δίπλα «Γιατί, μαμά, δεν προχωράμε, πότε θα φτάσουμε στο ταμείο, πότε θα μπούμε;». Αν συνεχίσεις να ρωτάς, σκέφτηκα, ποτέ. Αλλά τί μου φταίει και αυτό το καημένο, που περίμενε πώς και πώς τις γιορτές να διασκεδάσουμε παρέα; Είναι μια σταλιά άνθρωπος και με κρατά από το χέρι γεμάτο χαρά και με ένα χαμόγελο λαμπερό λες και θα δει τον Άγιο Βασίλη αυτοπροσώπως.

Εκτός, όμως, από τις ουρές, είμαι έτοιμη και για καυγά. Χρονιάρες μέρες, θα πει κανείς, δώσε τόπο στην οργή, αλλά όχι αγαπητές μου. Μου συνέβη κάτι πρόσφατα, που μου έχει συμβεί πολλές φορές στο σούπερ μαρκετ στα τυριά, στα αλλαντικά, στο ταμείο, στη λαϊκή, στο φούρνο και σίγουρα το έχετε πάθει κι εσείς.

Την Κυριακή, που μας πέρασε, πήρα τον άντρα και την κόρη μου να πάμε κι εμείς σε κάποιο θεματικό πάρκο. Περίμενε η μικρή μια βδομάδα μετρώντας ώρες και λεπτά. Ήξερα, ότι θα γινόταν πανικός. Κυριακή, λέω, καλούτσικη μέρα, θα αμοληθούν όλοι έξω, μαζί κι εμείς. Αφού βρήκαμε αρκετά εύκολα να παρκάρουμε, ξεκινήσαμε κάπως κομπιασμένοι ο άντρας μου κι εγώ για τα ταμεία. Η ουρά ήταν ντεμί. Ήταν μποστά μου καμιά σαρανταριά άτομα, αλλά κυλούσε, προχώραγε, που λέμε. «Άντε Αμαλία τυχερή είσαι, θα μπούμε γρήγορα», είπα στην κόρη μου και εκείνη χοροπηδώντας γελούσε με χαρά.

Μπροστά μου ήταν μια άλλη μανούλα, έγκυος και μάλιστα…πολύ, με ένα παιδάκι περίπου 6 ετών. «Κοπέλα μου» της είπα, «προς Θεού. Πήγαινε μπροστά να βγάλεις εισιτήρια. Στην κατάστασή σου επιβάλλεται. Ποιος θα μιλήσει;». «Αφήστε καλύτερα, κυρία μου», μου είπε. «Έχουν δει πολλά τα μάτια μου. Καλύτερα να περιμένω». Φαντάσου, τί είχε ζήσει η μαύρη.

Δεν προλαβαίνουν να περάσουν 5 λεπτά και σκάει μύτη μία, μα τί μία. Λαμέ ολόσωμη φόρμα μέρα μεσημέρι, γόβα λεοπάρ, γούνα, καμμένο, βαμμένο ολόξανθο μαλλί και μακιγιάζ μπουζουκοκασέλας. Η δε βλεφαρίδα κάγκελο. Το ντεκολτέ; Αβυσσαλέο. Αμάν, Παναγία μου. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω της. Η δε κόρη της, ένα 4χρονο κοριτσάκι, ντυμένο αναλόγως. Δεν φόραγε τακούνια σαφώς, αλλά κάτι πούλιες και μία γούνα, τα πήρε το μάτι μου.

Σε καμία περίπτωση δεν θα τη σχολίαζα αρνητικά, αν δεν έκανε το εξής: Προσπέρασε όλη την ουρά, πόσες μαμάδες, πόσους μπαμπάδες, πόσες εγκύους και πόσα παιδάκια και πήγε μπροστά στο ταμείο. Θα θέλει να ρωτήσει, σκέφτηκα. Δεν μπορεί τόσο θράσος. Όταν την είδα, όμως, να βγάζει το πορτοφόλι από την τσάντα της και να το ανοίγει, είπα ένα «Ωπ; Τί γίνεται εδώ;». Κανείς δεν μιλούσε εν τω μεταξύ, λες και τη φοβόντουσαν. Παρατάω το παιδί στον άντρα μου και με βήμα αγριεμένου ταύρου, βαδίζω προς τα μπρος.

Μιας και δεν ήμουν 100% σίγουρη, ρώτησα, αν εκείνη τη στιγμή έβγαζε εισιτήριο ή αν απλά ρωτούσε κάτι. Μη την διαολοστείλω τζάμπα. Μου ρίχνει ένα βλέμμα αφ’ υψηλού λες και ήμουν πλέμπα και μου λέει όλο θράσος και με τη μύτη σηκωμένη: «Ναι εισιτήρια βγάζω. Η μικρή έχει λίγο πυρετό και δεν θέλω να την επιβαρύνω περιμένοντας στην ουρά». Μούγγα στη στρούγγα. Κανείς δεν μιλούσε λες και έπρεπε εγώ να βγάλω το φίδι απ’ την τρύπα.

Ντρέπομαι, που το λέω, αλλά δεν σεβάστηκα ούτε καν τα παιδικά αυτάκια, που περίμεναν καρτερικά και νόμιμα τη σειρά τους. «Τί λες μωρή; Αν είχε πυρετό, να το κράταγες σπίτι, όχι να το φέρεις εδώ να παίξει και να κολλήσει και τα άλλα παιδάκια. Χειρότερα θα αρρωστήσει με το παιχνίδι, όχι περιμένοντας στην ουρά. Εμείς είμαστε μ@λάκες, που περιμένουμε τόση ώρα; Κάνε μου τη χάρη και πήγαινε στο τέλος της ουράς, όπως είσαι, γιατί αλλιώς θα καλέσω το σεκιουριτά και θα γίνουμε μπίλιες».

Ο κύριος του ταμείου, μου είπε «Σας παρακαλώ, ηρεμήστε» και άλλα τέτοια. Αυτή μουγγάθηκε. Τότε θυμήθηκαν οι υπόλοιποι της σειράς να διαμαρτυρηθούν. Τόση ώρα τη χάζευαν να τους κλέβει τη σειρά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πήρε το παιδί της επιδεικτικά και παίζοντάς το ενοχλημένη και φύγανε…γενικώς.

Είναι μεγάλη ξεφτίλα να κλέβεις τη θέση του άλλου στην ουρά. Έχω δει και έχω ακούσει πολλά. Η ελληνική νοοτροπία του στυλ «Είμαι εγώ και άλλος κανένας και οι υπόλοιποι στην ουρά μόκο» πρέπει να σταματήσει κάποια στιγμή. Σε βλέπουν, ότι περιμένεις και σε προσπερνάνε επιδεικτικά και μπαίνουν μπροστά ή χώνονται σιγά σιγά και έτσι και τους πεις τίποτα λένε «Με παρεξηγήσατε και καταλάθος και και και».

Δεν υπάρχει σεβασμός, πάρτε το χαμπάρι. Μια φορά στην τράπεζα με τη 2 μηνών κόρη μου, με φώναξε ο ταμίας και μου πρότεινε να κάνουμε τη συναλλαγή, για να μην περιμένω με το μωρό. Και κάπου εκεί ακούω μια γριά, απ’ αυτές με τα στριμμένα, γεμάτα κακία χειλάκια να λέει: «Κοίτα χάλι. Πήρε το μωρό επίτηδες, για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα».

Δεν κάναμε παιδιά, για να κλέψουμε τη θέση κανενός. Το αν είσαι ή όχι ευαισθητοποιημένος πάνω σε μερικά ζητήματα, είναι δικό σου θέμα. Οφείλεις όμως, όποια κι αν είναι τα πιστεύω σου, να είσαι σωστός απέναντι στους άλλους. Κανείς δεν είναι κορόιδο, ούτε πρέπει να τον αντιμετωπίζεις λες και είναι. Αφήστε μανούλες με μωράκια, ηλικιωμένους, έγκυες γυναίκες ή αναπήρους να περάσουν, αλλά μέχρι εκεί. Κανέναν άλλο, εκτός αν υπάρχει ανάγκη και το ζητήσει ευγενικά…