Ανύπαντρη μητέρα τη δεκαετία του ’70: Η σημερινή γενιά δεν μπορεί να καταλάβει πόσο εξόριστη ήσουν κάποτε

0

Το «Cherish House» στην Ιρλανδία, ήταν η πρώτη οργάνωση της δεκαετίας του ’70, αποτελούμενη από μία αποφασισμένη ομάδα εξοστρακισμένων γυναικών, ανύπαντρες μητέρες όλες τους, οι οποίες είχαν τολμήσει να αρνηθούν να δώσουν τα μωρά τους για υιοθεσία.

Ο αυξανόμενος αριθμός των γυναικών, τους έδωσε τη δύναμη και το θάρρος να ενωθούν, να υποστηρίξουν η μία την άλλη και να παλέψουν για την αναγνώριση και τα δικαιώματα των παιδιών τους, αλλά και των ίδιων. 45 χρόνια μετά την ίδρυση του, το «Cherish House», το οποίο μετονομάστηκε σε One Family ώστε να ανταποκριθεί στους νέους καιρούς, μετακομίζει σε μια νέα βάση πέρα από τον ποταμό Liffey, στην πλατεία Smithfield.

Όταν η Evelyn Forde έμεινε έγκυος όντας ανύπαντρη στην αρχή της δεκαετίας του 1970 στο Δουβλίνο, δεν μπορούσε να πει το παραμικρό στους ηλικιωμένους γονείς της, στους φίλους της ή στον εργοδότη της.

«Η σημερινή γενιά δεν μπορεί να καταλάβει πώς ήταν τότε για τις ανύπαντρες μητέρες», λέει, χαμένη στις αναμνήσεις της. Το μόνο άτομο στην Ιρλανδία, στο οποίο εμπιστεύτηκε το μυστικό της, ήταν ο πατέρας του μωρού,ο οποίος δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με αυτό.

«Σκέφτηκα ότι ο πατέρας του μωρού θα ήταν διαφορετικός, από αυτό που αποδείχθηκε. Δεν με υποστήριξε καθόλου. Η σχέση μας διαλύθηκε τελείως». Για έξι μήνες έκρυβε την εγκυμοσύνη της, ενώ η αδελφή της, που ζούσε στο εξωτερικό, την παρέπεμψε σε έναν παπά στο Λονδίνο. Η αδελφή της είχε, επίσης, φίλους στο Λονδίνο, στους οποίους η Evelyn μπορούσε να μείνει πριν γεννήσει.

Έχοντας δηλώσει ασθένεια και «κακοήθη αναιμία» στη δουλειά της, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να πάει στο Λονδίνο στο τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης της, να δώσει το μωρό για υιοθεσία, και στη συνέχεια να επιστρέψει και να αναλάβει τα ηνία της ζωής της.

«Αλλά, δόξα τω Θεό, δεν το έκανα», λέει, 44 χρόνια μετά από το σπίτι της στο Palmerstown του Δουβλίνου. Το να βγει από τη χώρα, όσο ήταν έγκυος, ήταν μια «πολύ μοναχική και καταστροφική εμπειρία» αλλά ήταν τότε, που άρχισε να σκέφτεται διαφορετικά.

«Είχα πολλά θετικά αποτελέσματα στο Λονδίνο – μόλις βγήκα από την Ιρλανδία, ένιωσα ότι ξέφυγα από μια πολύ κλειστή, επικριτική και χριστιανική κοινωνία» λέει. Αν και ο Καθολικός οργανισμός υιοθεσίας, με τον οποίο επικοινώνησε εκεί, ονομαζόταν Σταυροφορία Διάσωσης – «αυτό και μόνο, λέει πολλά», παρατηρεί.

Ήταν πολύ τυχερή όσον αφορά τους ανθρώπους, στους οποίους διέμενε κατά την παραμονή της στο Λονδίνο. Ο ένας ήταν κοινωνικός λειτουργός και η άλλη νοσοκόμα, και οι δύο Ιρλανδοί. Η ιδιοκτήτρια, Ιρλανδή και αυτή, έλεγε ότι δεν χρειαζόταν να δώσει το παιδί της για υιοθεσία και κανείς δεν έπρεπε να την αναγκάσει να το κάνει.

Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι η Evelyn δεν περίμενε την έκρηξη αγάπης που θα ένιωθε, μετά τη γέννηση του γιου της, Ρόμπερτ.

«Ποιος μπορεί να εκφράσει αυτό το απερίγραπτο συναίσθημα, όταν κρατάς το παιδί σου με τα ίδια σου τα χέρια; Είναι η μεγαλύτερη στιγμή της ζωής σου» λέει. «Πώς γίνεται να το εγκαταλείψεις μετά;»

Με τις ορμόνες της να κάνουν πάρτι, άφησε το γιο της σε ανάδοχους γονείς στο Λονδίνο, ενώ προσπαθούσε να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις της. Δεν μπορούσε να πάει έτσι απλά πίσω στην Ιρλανδία, χωρίς να έχει που να μείνει.

Η Evelyn επέστρεψε στο Δουβλίνο και στην δουλειά της. Είδε πώς οι άνδρες συνάδελφοι της μπορούσαν να βάλουν υποθήκη και να μεγαλώσουν μια οικογένεια με αυτό το εισόδημα. Δεν έβλεπε το λόγο γιατί να μην κάνει και εκείνη το ίδιο – αν και δεν ήξερε άλλη γυναίκα, που να είχε κάνει κάτι αντίστοιχο, εκτός από κάποιες γυναίκες που είχε μόλις συναντήσει στη νεοσύστατη ομάδα υποστήριξης για ανύπαντρες μητέρες, ονόματι Cherish, που λειτουργούσε η ιδρύτρια Maura O ‘Dea.

«Πηγαίνοντας στη Cherish, η αυτοπεποίθησή μου εκτοξεύτηκε. Έπρεπε να βγω έξω από τα κοινωνικά πρέπει και να δηλώσω ανύπαντρος γονιός, ή ακόμα χειρότερα, ανύπαντρη μητέρα – σαν να αποκαλύπτω στον περίγυρό μου ότι είμαι ομοφυλόφιλη, ένα πράγμα». Συγκατοικούσε με άλλα άτομα σε ένα διαμέρισμα, και δύο από αυτές έφυγαν κακήν κακώς, για να μην «αμαυρωθούν» από τη Evelyn και την ομάδα.

Η απόφαση της Evelyn να κρατήσει τον Ρόμπερτ, σήμαινε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει τους γονείς της, παρόλο που ο πατέρας της δεν είχε νέα της για περισσότερο από ένα χρόνο, επειδή η μητέρα της φοβόταν ότι θα την έδιωχνε από το σπίτι τους.

Συνολικά, πέρασαν περίπου 14 με 15 μήνες πριν καθιερωθεί εκείνη και ο Ρόμπερτ ως μονογονεϊκή οικογένεια σε δικό τους σπίτι – «μία σιχαμερή τρύπα» – και, μετά από λίγο, πήρε το θάρρος να το πει και στους ανθρώπους στη δουλειά της.

Την εποχή εκείνη, μόνο το 10% των παιδιών που γεννιόταν εκτός γάμου, έμενε με τους γονείς του. «Αυτό λέει πολλά για τη νοοτροπία εκείνη της εποχής» επισημαίνει. Μόνο γυναίκες σαν αυτήν, που ήταν οικονομικά ανεξάρτητες, κατάφεραν να το κάνουν. Εκτός από το μισθό της, λάμβανε κατά καιρούς διατροφή από τον πατέρα του Ρόμπερτ.

Η πρώτη πολιτική εκστρατεία της Cherish, η οποία περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, κοινωνική μέριμνα και επίδομα ανύπαντρων μητέρων, ύψους £8.50, ψηφίστηκε το 1973.

Ως παιδί ανύπαντρης μητέρας, ο Ρόμπερτ, όπως λέει, αισθανόταν απομονωμένος, όταν ξεκίνησε το σχολείο. Όλα τα άλλα παιδιά πήγαιναν σπίτι, στις μητέρες τους για μεσημεριανό, ενώ εκείνος όχι – το γεγονός ότι, όχι μόνο δεν ήταν παντρεμένη, αλλά και εργαζόμενη, ήταν ένα «διπλό χτύπημα» γι ‘αυτόν.

Ωστόσο, χάρη στη συμμετοχή της Evelyn στη Cherish, γνώρισε άλλα παιδιά σε παρόμοια κατάσταση. Και όταν ήταν 7, η μητέρα του είχε συναντήσει τον νυν πατριό του και, έτσι, άρχισε να έχει μία αρσενική φιγούρα στη ζωή του.

Πηγή: irishtimes.com