Το πένθος, η ανάρρωση και ο μύθος του «1 με 2 χρόνια»

0

Όλοι ισχυρίζονται ότι όταν χάνεις τον σύντροφό σου, πρέπει να δουλέψεις γρήγορα με τον πόνο που βιώνεις κι έτσι, εξαιτίας αυτής της πεποίθησης, οι περισσότεροι περιμένουμε να νιώσουμε καλύτερα μέσα σε λίγα λεπτά ή μέρες. Διότι είναι στη κουλτούρα του ανθρώπου να μην αντέχει τον πόνο οποιουδήποτε είδους, σωματικό συναισθηματικό κοινωνικό-κι έτσι δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι που δεν μπορούν να σταματήσουν να πενθούν, αισθάνονται αφύσικοι.

«Όχι αποκλείεται!!» είναι μία από τις πρώτες κουβέντες που ξεστομίζουμε όταν μαθαίνουμε το δυσάρεστο γεγονός και βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα. Αυτή η φάση της «διαμαρτυρίας» μπορεί να κρατήσει για μήνες και σε πιο ακραίες, περίπλοκες περιπτώσεις για χρόνια ειδικά αν ο θάνατος του συντρόφου ήταν ξαφνικός. Οι άνθρωποι που «διαμαρτύρονται», έχουν την τάση να αποφεύγουν κάθε απόδειξη που μαρτυρά την επώδυνη αλήθεια της απώλειας.

Το να δείς το σώμα εκείνου που πέθανε, είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του πένθους. Αφενός μεν διότι επιβεβαιώνει το γεγονός, αφετέρου διότι έχει παρατηρηθεί πως όσοι αρνούνται να δούν το άψυχο σώμα του συντρόφου τους, το πένθος τους παρατείνεται. Επίσης, υπάρχουν πολλές αναφορές, ότι όσοι αρνήθηκαν ή δεν είδαν τον νεκρό, είχαν φαντασιώσεις ή οράματα ότι δεν έχει φύγει από τη ζωή. Μόλις λοιπόν αυτός που μένει πίσω, συνειδητοποιήσει το χαμό του αγαπημένου του προσώπου, το αμέσως επόμενο συναίσθημα είναι η απελπισία η οποία μπορεί να συνοδεύεται από σοβαρή ή κλινική κατάθλιψη. Κι ενώ τα συμπτώματα κατάθλιψης  του πένθους είναι πανομοιότυπα με τα συμπτώματα κατάθλιψης από άλλες αιτίες, η κατάθλιψη λόγω απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, αντιμετωπίζεται εντελώς διαφορετικά.

Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να καταπραΰνει μερικά συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης όμως ολοένα και πιο συχνά ακούμε για ασθενείς να ισχυρίζονται ότι τα συμπτώματά τους, παρά την αγωγή, επέμειναν ή χειροτέρεψαν. Όπως εξηγεί και ο ψυχοθεραπευτής πένθους Peter Lynch, τα φάρμακα δεν απαλύνουν τον πόνο κι αυτό είναι πολύ σημαντικό να το κατανοήσουν οι ασθενείς.

Οι περισσότεροι άνθρωποι λοιπόν, περιμένουν να νιώσουν καλύτερα μετά το πρώτο χρόνο από την απώλεια του/της συντρόφου και φοβούνται, όταν αισθάνονται χειρότερα όσο περνάει ο καιρός και μπαίνουν στον δεύτερο χρόνο. Για οποιονδήποτε θρηνεί μια σημαντική απώλεια στη ζωή του, και ειδικά για εκείνους που πενθούν έναν σύζυγο ή σύντροφο, ο πρώτος χρόνος μαθαίνει στον άνθρωπο που μένει πίσω, να προσαρμόζεται και να επιβιώνει σωματικά.

Οι βασικές ανάγκες για τροφή, ένδυση και στέγη πρέπει να αποτελούν πρώτη προτεραιότητα ώστε το άτομο να προχωρήσει σιγά-σιγά στην αυτο-πραγμάτωση. Η πλειοψηφία των ασθενών που μας έχουν επισκεφθεί και έχουν χάσει τον άνθρωπό τους, ισχυρίζονται ότι πέρασαν σχεδόν όλο το πρώτο χρόνο μετά την απώλεια, ανησυχώντας για το αν θα επιβιώσουν. Μόλις τα ζητήματα αυτά λύνονται, τότε τον επόμενο, δεύτερο χρόνο μετά την απώλεια, κυριαρχικό ρόλο παίζει η συναισθηματική επίδραση του πένθους. Τα συναισθήματα λύπης είναι έκδηλα κι αυτό μπορεί να φοβίσει το άτομο σε σημείο να θεωρήσει πως ότι του συμβαίνει είναι παθολογικό ή παράλογο. Σε αυτή την «ξαφνική» εκδήλωση των συναισθημάτων, η σημασία της απώλειας είναι πιο ξεκάθαρη και αφήνει το άτομο με ερωτήματα και φόβους, τύπου «τώρα τι κάνω και τι θα κάνω την υπόλοιπη ζωή μου».

Ο J. William Worden, καθηγητής ψυχολογίας στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Harvard, ανέπτυξε ένα μοντέλο που ονομάζει «Τα καθήκοντα του θρήνου» θεωρώντας το πένθος μια δουλειά,  η οποία απαιτεί δέσμευση και ενεργή συμμετοχή από τη πλευρά του ανθρώπου που θρηνεί.  Επιπλέον καθήκοντα αυτής της «δουλειάς» είναι:

-η αποδοχή της πραγματικότητας της απώλειας
-η επεξεργασία του πόνου που φέρνει η θλίψη
-η προσαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου ο θανών, απουσιάζει
-η συναισθηματική επανατοποθέτηση του θανόντος και το προχώρημα στη ζωή

Το μοντέλο που Worden που επικεντρώνεται στο πένθος σαν να πρόκειται για καθήκον, προσφέρει ένα πλαίσιο κινήτρων προκειμένου το άτομο να επεξεργαστεί το πένθος του. Ο χρόνος δεν γιατρεύει από μόνος του, όλες τις πληγές όπως λέγεται. Επίσης, αυτό το μοντέλο, αναγνωρίζει ότι ο θάνατος δεν τελειώνει τη σχέση. Η συναισθηματική επανατοποθέτηση του θανόντος, είναι μία δυναμική διαδικασία που συνεχίζεται μέσα στο κύκλο της ζωής ενώ η προσωποποιημένη και ουσιαστική ανάμνηση αλλά και όλο το τελετουργικό, μπορούν να διευκολύνουν αυτή τη διαδικασία.

Η αγάπη υπομένει τον θάνατο. Η απώλεια ενός σημαντικού ανθρώπου είναι κάτι που δεν ξεπερνιέται. Λέξεις όπως «κλείσιμο» μπορούν να κάνουν το άτομο που πενθεί, να θυμώσει ή να γίνει εχθρικό απέναντι σε όποιον του πεί να βάλει τελεία. Πώς γίνεται να μπεί τελεία σε μια σχέση που ήταν, είναι και θα είναι σημαντική; Η επεξεργασία της θλίψης, περιλαμβάνει την εκμάθηση, του να αποδέχεται και να ζεί κανείς με την απώλεια. Σύμφωνα με τον Worden, στο άτομο που χάνει τον/τη σύντροφό του/της, δημιουργείται η αίσθηση ότι το πένθος δεν θα τελειώσει ποτέ αλλά οι ρεαλιστικοί στόχοι που βάζει αυτός που επεξεργάζεται το πένθος του, είναι να κερδίσει ξανά το ενδιαφέρον του για τη ζωή και να αρχίσει ξανά να ελπίζει.

Ο επαναπροσδιορισμός και η δημιουργία μίας νέας ζωής με κάποιο νόημα και σκοπό, δίνει στον άνθρωπο που πενθεί, ψυχολογικές, σωματικές και κοινωνικές προκλήσεις ώστε να ανταπεξέλθει σε όσα ζεί και αισθάνεται. Τα «καθήκοντα» του πένθους όπως αυτά που περιγράψαμε πιο πάνω, θα σας βοηθήσουν να νιώσετε ξανά την επιθυμία για ζωή.

Βιβλιογραφικές πηγές
Maslow, A. (1998). Toward a psychology of being, 3rd edition. New York: Wiley.
Worden, J.W. (1991). Grief counseling and grief therapy: A handbook for the mental health practitioner, 2nd edition. New York: Springer.

Ψυχολόγος Karen Carney
Πηγή: http://psychcentral.com/