Αποκλεισμός γονέα από το δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί

0

«Από τη πρώτη μέρα που έφυγα από το σπίτι η πρώην σύζυγός μου δυσκολεύει με όποιον τρόπο μπορεί την επικοινωνία με τον ανήλικο γιό μου ενώ στο ιδιωτικό συμφωνητικό είχαμε συμφωνήσει ελεύθερη επικοινωνία. Από τις αρχές του 2013 έχω πάρει διαζύγιο αν και ζούμε σε διάσταση τα τελευταία 3 χρόνια. Είμαι άνεργος, μένω σε νησιωτική περιοχή και επειδή είναι δύσκολη η εύρεση έστω μεροκάματου στο νησί που μένω , αναγκάζομαι να λείπω για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το νησί μου , ζώντας όπου βρίσκω μεροκάματο. Το γεγονός εκμεταλλεύεται η πρώην σύζυγος μου και όταν βρίσκομαι στον νησί με διάφορες δικαιολογίες ή πλέον και χωρίς δικαιολογίες (δεν απαντά στα τηλεφωνήματα και μηνύματα μου), δεν μου επιτρέπει να δώ το γιό μας.

Την τελευταία φορά που πήγα στο σπίτι που κατοικεί με το παιδί (σημειωτέον ότι ήταν δικό μου πριν την τέλεση του γάμου μας και μετά το διαζύγιο το έγραψα καθ’ ολοκληρίαν στον ανήλικο γιό μου και στους 2 ενήλικες γιούς μου και στην πρώην σύζυγο παραχώρησα το δικαίωμα ισόβιας οίκησης) με κυνηγούσε να με βλάψει με μια αξίνα, άρα είναι αδύνατον να πάω να τον πάρω από το σπίτι γιατί δεν ξέρω τί άλλο θα κάνει. Την διατροφή που είχε προσυμφωνηθεί την πληρώνω κανονικά (300 ευρώ) εκτός από 6 μήνες που είχα 4 σοβαρά ατυχήματα και έκανα απανωτές επεμβάσεις, οπότε και ήταν αδύνατον να δουλέψω. Σημειωτέον ότι το παιδί είναι άτομο με αναπηρία και παίρνει επιδόματα αρκετά για την προσωπική του διατροφή (400 ευρώ).

Η τελευταία δικαιολογία που χρησιμοποιεί είναι ότι αν δεν πληρώσω τα χρήματα αυτών των 6 μηνών δεν πρόκειται να τον ξαναδώ. Επίσης μου στέλνει συνεχώς εξώδικα. Εγώ αυτή την στιγμή μου είναι αδύνατον να βρώ αυτά τα χρήματα καθώς ακόμα έχω προβλήματα υγείας μετά τα ατυχήματα και τις επεμβάσεις αλλά και γιατί η εξεύρεση μεροκάματου γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Σε λίγο δεν θα μπορώ να ζήσω ούτε τον εαυτό μου. Τί μπορώ να κάνω για να βλέπω τον γιό μου;».

Το παραπάνω ερώτημα είναι ενδεικτικό των εκατοντάδων που λαμβάνουμε καθημερινά, για το ίδιο θέμα. Για το λόγο αυτό ζητήσαμε από το και δικηγορικό γραφείο  «Ε.Φωτοπούλου & Συνεργάτες», και συγκεκριμένα από τη δικηγόρο κυρία Μαρία Τζαβέλα, να μας διαφωτίσει ως προς το τί μπορεί να κάνει ένας γονέας, σε περίπτωση που ο άλλος προσπαθεί να αποκλείσει το δικαίωμα της επικοινωνία του με το παιδί.

Απαντάει η δικηγόρος κυρία Μαρία Τζαβέλα, από το Δικηγορικό γραφείο «Ε.Φωτοπούλου & Συνεργάτες» 

Σύμφωνα με το άρθρο 1520 του Αστικού Κώδικα, ο διαζευγμένος γονέας που δεν διαμένει με το παιδί έχει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Κύριος σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η ικανοποίηση του αισθήματος της αγάπης μεταξύ του γονέα και του παιδιού και η αποφυγή της αποξένωσής τους. Για το λόγο αυτόν η άσκηση του δικαιώματος τούτου αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου και δεν ενδιαφέρει αν η αιτία για την οποία ο γονέας δεν διαμένει μαζί με το τέκνο οφείλεται τυχόν στην, από υπαιτιότητά του, διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονιών του ή τη λύση του γάμου (βλ. σχετ. ΜονΠρΑθ 8074/2004, Αρμ 2005/ 362).

Επίσης, ασκείται και κάποιος έλεγχος του γονέα με τον οποίο μένει ο ανήλικος από μέρους του άλλου γονέα. Ο γονέας που δεν διαμένει με το παιδί ονομάζεται δικαιούχος της επικοινωνίας και ο γονέας που διαμένει με το παιδί ονομάζεται υπόχρεος του δικαιώματος επικοινωνίας, καθότι υποχρεώνεται να επιτρέπει την επικοινωνία στον δικαιούχο της επικοινωνίας γονέα, εν προκειμένω σε εσάς. Ο υπόχρεος οφείλει δηλαδή να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία του δικαιούχου με το ανήλικο. Η κύρωση αν ο υπόχρεος γονέας παραβιάζει την παραπάνω υποχρέωση είναι μέχρι και η αφαίρεση της επιμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 1532 ΑΚ για την κακή άσκηση της γονικής μέριμνας.

Επιπλέον, και μιλώντας γενικότερα για το δικαίωμα επικοινωνίας του διαζευγμένου γονέα με το παιδί όταν ο πρώτος δεν μένει μαζί του, αυτό μπορεί να περιοριστεί μόνο όταν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου ή όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος
(Παπαδόπουλου, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, 2003, σελ. 321., Βαθρακοκοίλη, ΕρμΑΚ 2003, υπό το άρθρο 1520 αρ. 23 και 40, όπου και παραπομπές στη νομολογία και τη θεωρία).

Υποστηρίζεται όμως και η άποψη ότι, εφόσον η ανάγκη προστασίας του συμφέροντος του τέκνου το επιβάλλει, θα μπορεί να διατάσσεται από το δικαστήριο και πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας
(βλ. Έφη Κουνουγιέρη – Μανωλεδάκη, «Οικογενειακό Δίκαιο», ΙΙ, 2008, σελ. 329 επ. και παρατεθείσα εκεί νομολογία ΕφΑθ 8074/2004 ΝοΒ 53 (2005) 312, ΜονΠρΑθ 8074/2004 ΝοΒ 53 (2005) 312 με σημ. Κ. Χριστακάκου, ΜονΠρΘεσ 12629/ 2005 Αρμ 60 (2006) 240, ΜονΠρΘεσ 28658/ 2006 Αρμ 61 (2007) 385, ΑΠ 896/2007 ΧρΙΔ Ζ/2007.976).

Μάλιστα, στην απόφαση 488/2003 του Εφετείου Λαρίσης (καταχωρισμένη στην Τηλεματική), όπου το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το δικαίωμα επικοινωνίας και ειδικότερα με τη δυνατότητα περιορισμού ή αποκλεισμού του από το δικαστήριο κατά την ΑΚ 1520 παρ. 3, ακολουθεί την άποψη σύμφωνα με την οποία «εφόσον η ανάγκη προστασίας του συμφέροντος του τέκνου το επιβάλλει, μπορεί να διατάσσεται από το δικαστήριο και πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας», επισημαίνοντας πάντως ότι «με βάση την αρχή της αναλογικότητας η επιβολή του αποκλεισμού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων» (βλ. την παρατιθέμενη στην απόφαση νομολογία. Έτσι και Πουλιάδης, στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 1520 αρ. 78-79, ιδίως στην υποσημείωση υπ’ αριθμ. 100 με εκτενείς αναφορές σε θεωρία και νομολογία).

Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί ακόμη και στον αποκλεισμό του δικαιώματος της επικοινωνίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις (λ.χ. γονέας ψυχωσικός ή δράστης ειδεχθών εγκλημάτων). Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο δικαιολογημένα μπορεί να θεωρήσει ότι η επικοινωνία θα είχε ολέθριες συνέπειες για την ψυχική ιδίως υγεία του ανηλίκου και συνακόλουθα να απαγορεύσει την επικοινωνία. Η θέση αυτή είναι άλλωστε η άλλη πλευρά της διαπίστωσης ότι ακριβώς για λόγους προστασίας του συμφέροντος του παιδιού, δεν μπορεί πλέον να ευσταθεί η άποψη ότι το δικαίωμα επικοινωνίας δεν ασκείται ποτέ καταχρηστικά. Ειδικά, σήμερα στην εποχή του παιδοκεντρικού Οικογενειακού Δικαίου, δεν είναι επιτρεπτός ο ισχυρισμός ότι ο γονέας μπορεί να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αφού το συμφέρον του παιδιού προέχει ως κριτήριο ρύθμισης από το συμφέρον του γονέα, έτσι ώστε να είναι νοητή η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, η οποία πρέπει να απαγορεύεται (συνήθως μάλιστα ακριβώς οι περιπτώσεις, όπου επιβάλλεται ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας από το δικαστήριο, είναι οι περιπτώσεις όπου η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας από μέρους του γονέα θα ήταν καταχρηστική).

Για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου, λαμβάνονται υπόψη τόσο η υποκειμενική πλευρά του παιδιού, η ψυχική του διάθεση και στάση σχετικά με την επικοινωνία, όσο και αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια. Η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του παιδιού συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις που θα συνεπάγεται γι’ αυτό μια επικοινωνία που είναι αντίθετη προς τη θέλησή του. Από αντικειμενική άποψη, σημαντικό ρόλο θα διαδραματίζει στη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου η μακροπρόθεσμη -με βάση τη μελλοντική προοπτική- ανάγκη της διατήρησης της επαφής με τον άλλο γονέα και οι επιδράσεις που αυτή έχει στην εν γένει ανάπτυξη και εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού. Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η επιβολή του αποκλεισμού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων
(Πουλιάδης, σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, 1993, υπό το άρθρο 1520 σελ. 231 επ., ΜονΠρΛιβ 44/1990, ΕλΔνη 31.1081, ΜονΠρΑθ 642/85 προσκομ.).

Προς την τελευταία αυτή άποψη τάσσεται και το δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, θεωρώντας ότι εξυπηρετεί περισσότερο το συμφέρον του τέκνου, το οποίο αναγορεύεται ως το μοναδικό κριτήριο για κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου, που το αφορά (ΑΠ 1728/1999 ΕλΔνη 41.972). Προς ενίσχυση της απόψεως αυτής πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως γίνεται δεκτό και από τη νομολογία, δεν θεσπίζεται, με οποιονδήποτε κανόνα, υποχρέωση του υπόχρεου γονέα να κάμψει την άρνηση του τέκνου να επικοινωνήσει με τον άλλο γονέα, πειθαναγκάζοντάς το προς το σκοπό αυτό με κάθε μέσο (ΑΠ 429/2002 ΕλΔνη 43.1621).

Τέλος, για να επανέλθουμε πιο εξατομικευμένα στη περίπτωσή σας, το κυνήγι με την «αξίνα» που επιχείρησε η σύζυγος εναντίον σας είναι επιπλέον και ποινικό αδίκημα και μπορείτε να ασκήσετε μήνυση γι’ αυτό εφόσον υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία. Το σύνηθες πάντως που κάνει κάποιος όταν του αφαιρείται το δικαίωμα επικοινωνίας παράνομα, το οποίο όπως είδατε και πιο πάνω δεν μπορεί να αφαιρεθεί αυθαίρετα από το δικαιούχο γονέα λόγω μη καταβολής διατροφής, είναι αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο για καθορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας από το δικαστήριο.

Δικηγορικό Γραφείο
Eυγενίας Α. Φωτοπούλου & Συνεργατών
Βασιλίσσης Σοφίας 6, T.K. 106 74 Αθήνα
Τηλέφωνα: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Fax: 210 36 24 703
Email: info@efotopoulou.gr
Web: http://efotopoulou.gr/

Μπορείτε κι εσείς να υποβάλετε το ερώτημά σας, στους ειδικούς του Singleparent.gr εδώ!