Κυριακή Του Θεού

0

Αχ Παναγία μου Κυριακή σήμερα, θα ξεκουραστώ! Έλιωσα στα πόδια μου όλη την εβδομάδα στο μαγαζί, βάραγα 12ωρα μόνη μου, δεν υπάρχει δυνατότητα για υπάλληλο – και να πεις πως άξιζε τον κόπο, δούλεψες τόσες ώρες βρε αδερφέ, αλλά έβγαλες τουλάχιστον αξιοπρεπές μεροκάματο. Μπα, με το ζόρι να βγει το ενοίκιο το μαγαζιού, αλλά η κούραση κούραση! Κατέβασε υφάσματα, ανέβασε υφάσματα, ‘να δούμε κι αυτό;’ ‘να δούμε κι εκείνο;’

και τελικά να αγοράζουν από τα κινέζικα και από τις λαικές. Αλλά εγώ, Κυρία! Με το χαμόγελο στα χείλη, και τρεχάτε ποδαράκια μου και τεντωθείτε χεράκια μου και αντέξτε γονατάκια μου!

Αλλά, σήμερα Κυριακή του Θεού! Θα ξεκουραστώ! Θα πιω τις καφεδάρες μου, θα κάνω τις αφρολουτράρες μου, θα βάψω νυχάκια, θα αποτριχώσω μουστακάκι που έχει γίνει σαν το Βεληγκέκα, θα αράάάάάξω!

Μόνο ένα φαγάκι, εδώ, μια στιγμή να κάνω! Ένα μουσακά στα γρήγορα, που μου το ζητάει ο άντρας μου τόσο καιρό, τι ψυχή έχει ένας μουσακάς.

Βέβαια τα παιδιά δεν τρώνε μουσακά. Θα τους φτιάξω ένα παστίτσιο, τι να κάνω η δόλια μάνα.

Αλλά, μετά, θα αράάάάάξω!

Δυο ρούχα να απλώσω μόνο! Και να βάλω ένα πλυντήριο. Κοίτα τώρα, έλα μωρέ μια λεκάνη ρούχα για σίδερο, τι ψυχή έχει, σε μισή ώρα θα έχω ξεμπερδέψει. Να καθαρίσω λίγο και το σίδερο από τα άλατα. Και να τακτοποιήσω μετά τα ρούχα, τι να κάνω στο σαλόνι να τα αφήσω; Ε και μια που μπήκα στο δωμάτιο των αγοριών, να τους αλλάξω και σεντόνια ένα λεπτό. Ε, να μην κοπανίσω και το κεφάλι μου στη κουκέτα πάλι, λίγο, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που τους πήραμε κουκέτες; Να θυμηθώ να βάλω πάγο στο καρούμπαλο, κοίτα όμως τώρα εδώ, ΚΟΙΤΑ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ! Κοίτα τα γραφεία τους, κοίτα ένα χάλι, να τα τακτοποιήσω ένα λεπτό, ε να μην πατήσω κι μια πινέζα που είχε πέσει στο χαλί και μου καρφώθηκε στην πατούσα κι είδα κι έπαθα να την ξεκαρφώσω; Λίγο μπενταντίν να βάλω. (και να βγω από το δωμάτιο των αγοριών μόνη μου, πριν με βγάλουν 4 από δω

μέσα.)

Τώρα λοιπόν, θα αράάάάάξω! Πάω να γεμίσω τη μπανιέρα αρωματικά αιθέρια έλαια και να χωθώ μέσα για κάνα δίωρο! Μισό να περάσω λίγο μ’ ένα ειδικό υγρό τη μπαταρία του νιπτήρα, κοίτα χάλι, κοίτα άλατα που πιάνει! Κάτσε λίγο να βγάλω και τη κουρτίνα της μπανιέρας, έχει πιάσε μούχλα βρε παιδί μου, που να κάνω μπάνιο εκεί μέσα, θα μ’ ακουμπάει και θα ανατριχιάζω!

Να ρίξω και το πατάκι στο πλυντήριο, αλλά μετά θα αράάάάάξω!

Θα ζήσω το όνειρο μέσα στη μπανιέρα, για ένα 10λεπτο το πολύ. Επειδή μετά ‘μαμάάάάά, έχουμε πάρτι, το ξέχασες;;’

Το ξέχασα…

Να ντύσω. Να ντυθώ. Να τρέξω σε παιδότοπο. Να μην μπορώ να κάτσω ούτε εκεί να πιω έναν καφέ σαν άνθρωπος, γιατί εντάξει ο μεγάλος παίζει με τους φίλους του, εγώ όμως πρέπει να κυνηγάω από πίσω τον μικρό, που ήθελε και εκείνος να έρθει, γιατί που να τον αφήσω; Ο πατέρας του ήθελε να κοιμηθεί το μεσημέρι, Κυριακή του Θεού σήμερα! Το δικαιούται λέει!

Και γω είμαι τόσο κουρασμένη για να τον σκοτώσω, ούτε το μαχαίρι δεν αντέχω να σηκώσω.

Γυρνάω αργά το απόγευμα, να μπανιάρω τα παιδιά, να τα βάλω για ύπνο, να ετοιμάσω ταπεράκια για το σχολείο για αύριο, και ρούχα και παπούτσια.

Και να μαζέψω την κουζίνα, και να βάλω φαγητό να γίνει για αύριο.

Και όταν τελειώσω όλα αυτά, θα αράάάάάξω! Γιατί είναι Κυριακή σήμερα.

Ή μάλλον, ήταν.

Δευτέριασε. Κλαίω.

( Βάζω κερί στο μουστάκι για να μην είναι πλέον Βεληγκέκας. Με παίρνει ο ύπνος με το κερί στη μούρη. Τσιμεντώνει, δε μπορώ να το βγάλω μετά.

Θεάρα. )

Ευέξαπτη Μολόχα

Πηγή: thebluez.gr