Του κάρφωσα το μαχαίρι δυνατά στην ωμοπλάτη, για να σώσω τη μητέρα μου…

0

Αρχίζει από κάπου. Συνήθως απ’ το σπίτι. Πώς μπαίνει ένας εκτελεστής σε ένα χώρο γεμάτο κόσμο και αρχίζει να πυροβολεί αδιάκριτα; Κάπως έτσι.

Την πρώτη φορά, που τον είδα, ήμουν 13 ετών. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα και εγώ, ήδη ντυμένη για το σχολείο, έτρωγα το πρωινό μου: δημητριακά με γάλα και ψωμί με βούτυρο και μέλι. Εκείνος εκεί, καθισμένος στον καναπέ διαβάζοντας εφημερίδα και πίνοντας καφέ.

Ήταν ένας μεγαλόσωμος άνθρωπος με κυματιστά μαλλιά, γένια και καταγάλανα μάτια. Κάτι σαν τον Άγιο Βασίλη. Μου χαμογέλασε και μου συστήθηκε. Δεν του έδωσα σημασία. Αυτό το μοτίβο επαναλαμβανόταν χρόνια τώρα. Του είπα μόνο να πλύνει τα πιάτα, πριν φύγει.

Η μητέρα μου τον γνώρισε το προηγούμενο βράδυ. Η καφετέρια, η μία και μοναδική καφετέρια της μικρής περιοχής, που ζούσαμε ήταν το μόνο μέρος, που μπορούσε κανείς να διασκεδάσει. Συνήθως πήγαινα μαζί της, αλλά εκείνο το βράδυ η μικρότερη αδερφή μου ήταν άρρωστη και γι’ αυτό έμεινα σπίτι μαζί της. Η μαμά μου πήγε μόνη της, τον συνάντησε και τον έφερε σπίτι.

Ήθελε κάποιον άντρα να πιαστεί πάνω του. Δύο γάμοι, δύο διαζύγια, τρεις κόρες, χωρίς δουλειά, χωρίς ελπίδα. Ο δεύτερος γάμος της είχε λήξει ένα χρόνο νωρίτερα. Από εκείνη τη μέρα, ο καινούργιος σύντροφός της εγκαταστάθηκε σπίτι μας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ξύπνησα και είδα, ότι έλειπαν και οι δύο. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Είχε αφήσει ένα σημείωμα, στο οποίο έλεγε, ότι πήγαν εκδρομή και να προσέχω τις δύο αδερφές μου. Θα γυρνούσαν αργά το βράδυ.

Ήθελα να πιστέψω, ότι αυτή η σχέση θα στεριώσει. Ήταν μόνη της, έπινε, ήταν δυστυχισμένη και τα ρούχα άπλυτα σωρός. Τη συνέφερε, την έκανε άλλο άνθρωπο. Μας αγόρασε και τρία καινούργια ποδήλατα. Ήθελα να κρατήσει, όλοι το θέλαμε.

Ξύπνησα νωρίς ανήμερα Πρωτοχρονιάς και δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν όμορφα διακοσμημένο και τα χρωματιστά φωτάκια αναβόσβηναν. Έκλεψα τα χρήματα, που ήξερα που τα φύλαγε η μάνα μου και βγήκα έξω με το καινούργιο μου ποδήλατο.

Αγόρασα εγώ τα δώρα για λογαριασμό του Αι Βασίλη. Αγόρασα CD και κούκλες για τις δύο αδελφές μου. Είχαμε φτιάξει ένα συγκρότημα στο σπίτι οι 3 μας και η μητέρα μας ήταν το καλύτερο και μόνο κοινό μας. Αγόρασα επίσης καραμέλες, παιχνίδια και όσα άλλα μπορούσα μέχρι να μου τελειώσουν τα χρήματα. Αγόρασα και κάτι ακόμα: ένα δώρο για τη μητέρα μου.

Γύρισα πίσω 2 ώρες αργότερα. Έφτιαξα στα γρήγορα κάτι να φάμε και έβαλα τα δώρα κάτω από το δέντρο. Οι αδελφές μου δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα. Όταν ξύπνησαν, έτρεξαν κατευθείαν στο δέντρο. Άνοιξαν τα δώρα τους με χαρά. Δεν ξέρω, αν χάρηκαν ή απογοητεύτηκαν, πάντως ό, τι και να ήταν δεν το έδειξαν.  Ήταν ένα χαρούμενο, πρωτοχρονιάτικο πρωινό. Το μόνο, που έλειπε ήταν το κοινό μας.

Η μητέρα μου πήρε τηλέφωνο ώρες αργότερα. Σε λίγες ώρες είπε, θα ήταν πίσω. Όταν γύρισαν, μας έβγαλαν για φαγητό σε ένα κινέζικο εστιατόριο και εκεί η μητέρα μου μας έδειξε τη βέρα της και μας είπε, ότι παντρεύτηκαν. Οι αλλαγές έρχονταν η μία πίσω από την άλλη.

Δεν μου άρεσε ποτέ το κρέας. Από μικρό παιδί, όταν με τάιζε η μάνα μου, το έφτυνα. Την άλλη μέρα το βράδυ, η μητέρα μου έφτιαξε κοκκινιστό, για να τον ευχαριστήσει. Στο δικό μου πιάτο έβαλε πατάτες και μακαρόνια με τυρί. Εκείνος επέμενε να φάω το κρέας μου. Δεν ήθελα. Η μητέρα μου με υπερασπίστηκε. Αλλά τώρα ήταν αυτός ο άντρας του σπιτιού και όλοι έπρεπε να τον υπακούμε. Μου απαγόρευσε να σηκωθώ, αν δεν φάω όλο το κρέας. Κοιμήθηκα στο τραπέζι και το επόμενο πρωί με ξύπνησε η μητέρα μου. Με είχε πάρει εκεί ο ύπνος. Το μάτι της ήταν κατάμαυρο. Δεν τον είχα είδα ποτέ να τη χτυπάει. Το κρέας πάντως δεν το έφαγα.

Της αγόρασε μια κατακόκκινη Lotus, ένα πανάκριβο σπορ αυτοκίνητο. Μετά ξαναέφυγαν ταξίδι και μας άφησαν και τις 3 μόνες. Έκλεψα τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και πήγα τις αδελφές μου σχολείο με την ολοκαίνουργια Lotus. Δεν ήξερα να οδηγώ καλά και σε μια στροφή έπεσα σε ένα δέντρο έξω απ’ το σχολείο. Μαθητές, δάσκαλοι, όλοι κοιτούσαν. Το αυτοκίνητο; Σμπαράλια.

Ήμουν 14 ετών και δεν είχα δίπλωμα. Κάλεσαν τη μητέρα μου να επιστρέψει. Ήρθε με ένα μαύρο μάτι, γρατζουνιές στο πρόσωπο, σκισμένο χείλος και ένα άσχημο χτύπημα στα πλευρά. Περπατήσαμε μέχρι το σπίτι χωρίς να πει λέξη. Μετά με κοίταξε και μου είπε: «Εξαιτίας σου έγιναν όλα».

Ήταν δικό μου λάθος, που τράκαρα. Ήταν δικό μου λάθος, που τη χτύπησε.

Η μητέρα μου άρχισε να πίνει περισσότερο. Άρχισε κι αυτός να πίνει περισσότερο. Οι τσακωμοί αυξήθηκαν σε συχνότητα και ένταση. Εμείς, τα παιδιά ήμασταν το κοινό. Δεν μας πρόσεχε κανείς, ούτε νοιαζόταν κανείς για μας. Μόνο οι γείτονες, που έφερναν κανένα πιάτο φαί μια στις τόσες και εγώ, που του έκλεβα λεφτά και πήγαινα κρυφά στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσω.

Όλοι ήξεραν, αλλά κανένας δεν μιλούσε.

Αυτό που επιτρέπουμε να συμβεί, συμβαίνει και συνεχίζεται. Αυτό, που συνεχίζεται, κλιμακώνεται.

Όλα έγιναν καθημερινότητα. Όταν οι τσακωμοί άρχιζαν, οι αδερφές μου έφευγαν απ’ τα κρεβάτια τους και έρχονταν στο δικό μου. Μου κλείδωνε την πόρτα, για να μην μπορώ να βγω απ’ το δωμάτιό μου. Το πρωί ήξερα, ποια εικόνα θα αντίκρυζα. Ήξερα, ποιο κονσίλερ καλύπτει καλύτερα τις μελανιές. Μερικές φορές, ερχόταν ασθενοφόρο να την παραλάβει. Μερικές φορές φορούσε σκούρα γυαλιά ηλίου για μέρες, κλειστό μέχρι πάνω μπλουζάκι και καπέλο, όταν έβγαζε βόλτα το σκύλο. Λες και δεν ήξεραν όλοι.

Υπήρχαν στιγμές ελπίδας, ότι όλα θα φτιάξουν. Αλλά δεν… Δεν ήταν λίγες οι νύχτες, που η μητέρα μου, μας σήκωνε κρυφά και μας έλεγε να ντυθούμε και να πάρουμε λίγα πράγματα μαζί μας. Πηγαίναμε σε κάποιο ξενοδοχείο, διαφορετικό κάθε φορά, μη τυχόν και μας βρει. Σαν φυλακισμένοι, σαν δραπέτες. Παραγγέλναμε φαγητό με ψεύτικο όνομα και δηλώναμε επίσης ψεύτικο όνομα στο ξενοδοχείο, για να μη μας βρει. Αλλά πάντα μας έβρισκε. 1-2 μέρες μετά εμφανιζόταν με ένα μπουκέτο λουλούδια, χτυπούσε την πόρτα μας και αυτό ήταν. Πάλι πίσω στα ίδια.

Η μητέρα μου μισούσε τα όπλα. Δεν ήθελε ούτε να τα βλέπει. Εγώ, όμως, δεν ήμουν ήσυχη. Κοιμόμουν με ένα χασαπομάχαιρο κάτω απ’ το μαξιλάρι μου. Το χρησιμοποίησα μια φορά. Ήμουν 16 χρονών. Τσακώνονταν πολύ έντονα και ξαφνικά εκεί, που άκουγα τη μητέρα μου να ουρλιάζει, όλα σταμάτησαν ξαφνικά. Δεν ακουγόταν κιχ. Πήρα αμέσως το 166, γιατί κατάλαβα, ότι την είχε χτυπήσει και κατέβηκα σαν το φάντασμα τα σκαλιά, για να μην γίνω αντιληπτή. Καθόταν από πάνω της και προσπαθούσε να την πνίξει, ενώ εκείνη ήταν ανήμπορη σε μία λίμνη αίματος. Του κάρφωσα το μαχαίρι δυνατά στην ωμοπλάτη, για να σώσω τη μητέρα μου. Το ασθενοφόρο ήρθε και την πήρε, αυτόν η αστυνομία. Με τα αδέρφια μου το σκάσαμε και πήγαμε στην πίσω αυλή ενός γείτονά μας και κοιμηθήκαμε στο παγκάκι της αυλής του. Την άλλη μέρα, που ξυπνήσαμε, διαπιστώσαμε, ότι ο γείτονάς μας, μας είχε κουβαλήσει στο σπίτι και μας είχε βάλει στο κρεβάτι του για ύπνο. Ούτε που το θυμάμαι, πότε έγινε. Ήξερε, γι’ αυτό και μας έσωσε.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, με κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του. Η μητέρα μου, που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο, είχε έρθει να μου μιλήσει. Ήταν σε μαύρο χάλι, καμία σχέση με τη μητέρα που θυμάμαι. Έμοιαζε με μούμια, με κατάμαυρα, βαθουλωμένα μάτια και ξυρισμένο κεφάλι πάνω στο οποίο ήταν «ζωγραφισμένα» 32 ράμματα. Ήταν γεμάτη επιδέσμους. Είχε πληρώσει η ίδια την εγγύησή του. Είχε μετανιώσει. Ήταν σπίτι και μας περίμενε. Μου ζήτησε να του δώσω μία ακόμη ευκαιρία.

Η μητέρα μου ήρθε στο σχολείο μου, παρακαλώντας με να τον συγχωρήσω και να ξαναγίνουμε οικογένεια.

«Δεν θα ‘σαι με τα καλά σου. Όταν όλοι οι άλλοι σου έχουν γυρίσει τις πλάτες και φεύγουν, δεν μπορείς να υπολογίζεις σε μένα. Φεύγω, ξέχασέ με…».

Δεν ήταν η πιο εύκολη απόφαση, που πήρα ποτέ μου. Εκείνη την ημέρα δεν γύρισα σπίτι. Πήγα στο γείτονα, που μου στάθηκε καλύτερα και από πατέρας. Αν δεν μπορούσε να βοηθήσει η ίδια τον εαυτό της, δεν μπορούσα ούτε εγώ. Η μεσαία αδελφή μου, 13 ετών, έφυγε. Ο πατέρας μας, ξαναπαντρεύτηκε και έκανε δυο ακόμη παιδιά. Πήγε να μείνει μαζί του, αν κι εκεί δεν ήταν και πολύ καλύτερα τα πράγματα. Η μικρότερη αδερφή μου, που ήταν παιδί από το δεύτερο γάμο της μητέρας μου, δεν μπορούσε ακόμα να ζήσει μακριά της. Ήταν μόλις 6 ετών. Επέλεξε να μείνει. Η οικογένειά μας διαλύθηκε. Μετακόμισαν σε ένα νέο σπίτι στα περίχωρα της μικρής μας πόλης σε έναν απομονωμένο χωματόδρομο.

Την τελευταία φορά, που τον είδα, ήμουν 16. Όταν έφτασα στο νέο τους σπίτι, για να πάρω τα πράγματα μου, βγήκε έξω να με συναντήσει. Ήταν ξυρισμένος και είχε χάσει αρκετά κιλά. Φαινόταν ήρεμος. Κρατούσε στο χέρι του ένα πιστόλι, όχι απειλητικά, το είχε στραμμένο προς τα κάτω, αλλά και πάλι το κρατούσε. Έφυγα από το σπίτι για πάντα. Όπως χρησιμοποίησα το μαχαίρι, έτσι ήταν πρόθυμος και αυτός να χρησιμοποιήσει το όπλο.

Η αδελφή μου και η μητέρα μου έμειναν ακόμα μαζί του. Αλλά δεν μπορούσα πια να κάνω κάτι.

Όλοι ήξεραν. Γείτονες, δάσκαλοι, προπονητές, διευθυντές, συμμαθητές, οι παππούδες μου, ο πατέρας μου.

Όλοι ήξεραν. Κανείς δεν μιλούσε.

Ποτέ δεν είδα ξανά τον πατριό μου. Ποτέ δεν πήρα μια ειλικρινή και ευθεία απάντηση. Γιατί χτυπούσες τη μητέρα μου; Γιατί προκάλεσες τόσο πόνο και φόβο σε εμάς; Σε τί σου φταίξαμε;

Η μητέρα μου βρήκε τη δύναμη και τον χώρισε λίγα χρόνια αργότερα. Πέθανε μετά από λίγο. Όχι, δεν τη δολοφόνησε. Ούτε εμάς. Θα μπορούσε, όμως.

Αν έπαιρνε ένα όπλο και μας σκότωνε όλους, σε κανέναν δεν θα έκανε εντύπωση. Ήταν ένας βίαιος τύπος, θα έλεγαν στις ειδήσεις. Όλοι το γνώριζαν, αλλά κανείς δεν μιλούσε.

Αλλά, γιατί να εμπλακεί κανείς; Όλοι πιστεύουν, πως είναι ασφαλείς και δεν κινδυνεύουν από έναν τέτοιο άντρα. Δεν είναι μέλη αυτής της οικογένειας, άρα δεν επηρεάζονται.

Αν ο πατριός μου είχε πάρει ένα αυτόματο και σκότωνε καμιά δεκαριά αγνώστους σε έναν δημόσιο χώρο, κανείς δεν θα είχε εκπλαγεί ούτε απ’ αυτό. Ήταν ένας βίαιος τύπος, θα έλεγαν στις ειδήσεις. Όλοι το γνώριζαν.

Αλλά τώρα, που οι εποχές έχουν αλλάξει και αθώοι άνθρωποι σκοτώνονται κάθε μέρα στο δρόμο, σε μαγαζιά, σε σχολεία και εκκλησίες, σε κέντρα διασκέδασης και συναυλίες, όλοι θέλοντας και μη, εμπλέκονται.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν αφορά μόνο ένα σπίτι. Η βία είναι παντού.

Η πλειοψηφία των δολοφόνων, που σκοτώνουν αδιάκριτα και μαζικά, σκότωσαν νωρίτερα κάποιο φίλο ή κάποιο μέλος της οικογένειας ή είχαν ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας.

Κάποιος εκεί έξω, τώρα, ετοιμάζει το επόμενο, μεγάλο χτύπημά του. Κάποιος εκεί έξω ξυλοκοπείται, κακοποιείται και είναι στο νοσοκομείο από τα χέρια ενός τέτοιου ανθρώπου.

Κάποιος εκεί έξω θέλει να πιστέψεις, ότι λυπάται, ότι μετάνιωσε, ότι άλλαξε και ότι αγάπη σημαίνει να δίνεις δεύτερη ευκαιρία. Δεύτερη ευκαιρία σημαίνει, ότι του δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία να σκοτώσει, επειδή απέτυχε την πρώτη.

Κάποιος έξω εκεί τώρα, χρειάζεται τη βοήθειά σου.

Δεν αρκεί να λυπάσαι τρία μικρά κορίτσια που ζουν αυτή την τραγική κατάσταση στο σπίτι τους. Δεν αρκεί να στεναχωριέσαι και να συμπάσχεις με κάθε γυναίκα και παιδί, που κακοποιείται βάναυσα. Δεν αρκεί να χαμογελάς αμήχανα και να στρέφεις τα μάτια σου αλλού, χωρίς να κάνεις τίποτα.

Τα γεγονότα δείχνουν, ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα πολύ σαφές, προειδοποιητικό σημάδι, ότι οι άνθρωποι αυτοί έξω από την οικογένεια θα φερθούν με τον ίδιο τρόπο.

Οι βίαιοι άνδρες δεν είναι ουρανοκατέβατοι. Δεν τους ήρθε μια ωραία πρωία στο μυαλό να βγουν έξω να σκοτώσουν. Υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια.

Όλα αρχίζουν από κάπου. Από το σπίτι.

Κανείς δεν θα εκπλησσόταν, αν πέθαινα, αν πεθαίναμε όλοι.

Πηγή: scarymommy.com