Τα άστρα και η γλάστρα

0

Η Άννα έπιασε τον σύζυγό της να φλερτάρει ασύστολα με μία πιτσιρίκα. Δεν την περίμεναν, εμφανίστηκε μπροστά τους σαν φθινοπωρινό μπουρίνι και αφού ξεμάλλιασε με συνοπτικές διαδικασίες την νεαρά εναπόθεσε το τροφαντό χεράκι της στο μάτι του άντρα της και παραλίγο να του το βγάλει.

Όταν ο Σάββας γύρισε στο σπίτι βρήκε τα ρούχα του στο πλατύσκαλο και δεν μπήκε στον κόπο να περάσει στο διαμέρισμα. Γύρισε στο πατρικό του και άρχισε να σχεδιάζει το πως θα βρει τρόπο να τρουπώσει και πάλι στην καρδιά της Άννας επειδή εκείνη ήταν η αγάπη της ζωής του και ας ξενοκοίταζε καμιά φορά τις πιτσιρίκες.

Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια που είναι μαζί και εκείνο που αγάπησε πρώτο επάνω της ήταν το πόσο αντράκι ήταν και πως τον κολάκευε ο τρόπος που τον διεκδικούσε, χώρια την ομορφάδα της. Θυμήθηκε εκείνη την φορά που σε κάποια μπουζούκια μια άγνωστη τον φλέρταρε και η Άννα αφού χόρεψε μια ζεμπεκιά της έφερε το μπουκάλι με την πέρδικα στο δόξα πατρί.

Όμως τον είχε ενημερώσει: «Την απιστία δεν τη σηκώνω, άπαξ και ακούμπησες άλλη, ξέχνα με μάγκα μου. Ερωτευμένη είμαι όχι μαλακισμένη!».

Την επόμενη κιόλας μέρα την πήρε τηλέφωνο για να βρεθούν και να μιλήσουν: «Δεν έχουμε να πούμε τίποτα», του απάντησε, «παρά μόνο, ότι αφορά τα παιδιά». Την χιλιοπαρακάλεσε ο Σάββας, τίποτα η Άννα. «Έλα σε κλείνω», του είπε στο τέλος, «μη μου καεί και το φαί στο φούρνο για τα μούτρα σου». Έπειτα την άφησε μια βδομάδα να ηρεμήσει μήπως και το ξανασκεφτεί, ρωτούσε τα παιδιά, τί κάνει και πώς είναι. «Μια χαρά είναι η μαμά», του απαντούσαν, «δεν τρέχει μία». Άρχισε να αγχώνεται ο Σάββας. «Ρε μπας και με ξέγραψε στα αλήθεια;». Τι σκατά θα έκανε χωρίς εκείνη στο πλάι του, πόσο μαλάκας ήταν, που φέρθηκε έτσι στο γυναικάκι του.

Πήρε τα μούτρα του και πήγε να τη βρει μα σαν την αντάμωσε, είδε έναν άλλον άνθρωπο. Το βλέμμα της δεν είχε εκείνη την μικρή φωτίτσα στην μέση, λες και κάποιος έριξε νερό και την έσβησε. Την παρακάλεσε να τον συγχωρέσει. Της εξομολογήθηκε τον έρωτα του για εκείνη. Της ορκίστηκε, πως ποτέ δεν είχε αγγίξει άλλη. Της υποσχέθηκε, πως δεν θα τολμήσει να κοιτάξει ξανά γυναίκα άλλη, πως θα της χαρίσει τον ουρανό με τα άστρα.

«Να τα άστρα, να και η γλάστρα», του είπε η Αννούλα του. «Τόσα χρόνια δίπλα σου, μόνη μου πάλευα για δύο, μόνη μου αγαπούσα για δύο. Υπέθετα, ότι μ’ αγαπάς, γιατί ήσουν πολύ άντρας για να το πεις! Είκοσι ολόκληρα χρόνια εγώ σε χάιδευα, εγώ σε φιλούσα, εγώ σε σκέπαζα τις νύχτες, όταν κοιμόσουν, εγώ σε σταύρωνα, όταν έφευγες για δουλειά και προσευχόμουν στο Θεό να σε γυρίσει στο σπίτι μας γερό, εγώ έλιωνα στην αγκαλιά σου κάθε φορά, που κάναμε έρωτα. ΜΟΝΟ ΕΓΩ!! Πάρε λοιπόν το ΕΣΥ ΣΟΥ και άδειασε μας τη γωνιά. Εγώ φίλε μου, όταν παντρεύτηκα μαζί σου, ήταν, γιατί είχα βρει το άλλο μου μισό, στιγμή δεν ένιωσα αμφιβολία για σένα. Κούμπωσες μέσα μου και τέλος. Εσύ πάλι ήθελες μια γυναίκα για το σπίτι και τις κοινωνικές υποχρεώσεις σου. Απορώ, που τόσα χρόνια δεν το είδα ή μάλλον δεν ήθελα να το δω. Τώρα όμως είδα. Και δεν μπορώ να γυρίσω πάλι στο σκοτάδι».

Ο Σάββας την κοιτούσε έκπληκτος, ποτέ δεν πίστευε, πως ήταν τόσο απόμακρος από εκείνη! Οκ, λίγο βαρύς ήταν πάντα, αλλά δεν μπορεί να μην είχε καταλάβει, πόσο την αγαπούσε και ας μην το έλεγε ο ίδιος.

Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και άπλωσε το χέρι του στο πρόσωπο της, μα εκείνη χαμήλωσε τα μάτια και τραβήχτηκε. Τώρα ήταν σίγουρος, πως η λέαινα του ήταν πληγωμένη, μα τον αγαπούσε πιο πολύ από ποτέ. Με μια γρήγορη κίνηση την έκλεισε στην αγκαλιά του και εκείνη έβγαλε τα νύχια της έτοιμη να τον κομματιάσει.

Μα όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν λες και ένα ωστικό κύμα σάρωσε τα πάντα μέσα τους. Σαν να γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν πάλι από την αρχή. Τα χείλη τους ενώθηκαν και ο τόπος γέμισε σπίθες.

«Θα σου βγάλω τα μάτια, αν κοιτάξεις ξανά άλλη!».

«Στραβός θα ‘μαι, αν κοιτάξω άλλη από σένα, γυναικάκι μου». Δύο χαστούκια έσπασαν τη σιωπή και έπειτα από λίγο τα ακολούθησαν μουγκρητά και παρακάλια…

(Ναι, τί θέτε, τα ξανάφτιαξαν. Δική μου είναι η ιστορία, ό,τι θέλω την κάνω!).

Πηγή: thebluez.gr