Ορφανοτροφείο

0

Το θυμάμαι σαν τώρα αλλά το περιστατικό συνέβη πριν αρκετά χρόνια. Τότε, που η κόρη μου ήταν μόλις πέντε χρονών, νηπιάκι. Τα σχολεία είχαν κλείσει για την περίοδο των Χριστουγέννων και εγώ με την κόρη μου, είχαμε προγραμματίσει ήδη πως θα περνούσαμε τις μέρες των διακοπών. Όλα τα απογεύματα και αφού κανόνιζα να τελειώσω όλες τις δουλειές μου το πρωί, ήταν αφιερωμένα στις βόλτες μας. Δεν κάναμε κάτι άλλο, απλά γυρνούσαμε στην πόλη και χαζεύαμε τους ανθρώπους, τις βιτρίνες, την πλατεία με το τεράστιο δέντρο και τα χιλιάδες λαμπάκια πάνω του.

Εκείνο το απόγευμα όμως, το κρύο ήταν τσουχτερό και άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Έτσι, φόρεσε το μπλε μπουφάν της με τα πολύχρωμα αστεράκια, το φούξια κασκόλ με τα ασορτί γαντάκια και τις μπότες της και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Μου ζήτησε να μην πάμε στο κέντρο αλλά να κάνουμε μια μεγαλύτερη βόλτα. Έτσι, βρεθήκαμε δέκα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, σε έναν συνοικισμό. Σταματήσαμε στην άκρη και η μικρή εξερευνήτρια παρόλο το κρύο μου ζήτησε να κατέβουμε. Έτσι κι έγινε. Αρχίσαμε να περπατάμε και οι ερωτήσεις ήταν απανωτές.
– Μαμά, έχουν κ εδώ φαρμακείο; Γιατί; Αφού η πόλη είναι τόσο κοντά.
Κι άλλες παρόμοιες ερωτήσεις που με έκαναν να ξεχάσω πως είχαμε απομακρυνθεί αρκετά από το κέντρο του συνοικισμού.
Πάνω που πήγα να της πω να γυρίσουμε στο αυτοκίνητο, με σταμάτησε με μια απότομη κίνηση και έμεινε εκεί να κοιτάζει …
– Μαμά, γιατί αυτό το κτίριο δεν είναι στολισμένο; Φαίνεται τόσο λυπημένο. Είναι λυπημένο μαμά;
Δεν ήξερα τι να πω. Πώς να της εξηγήσω. Αποφάσισα να της πω ακριβώς τι είναι αυτό το κτίριο και γιατί είναι τόσο λυπημένο.
– Μαρίνα, αγάπη μου, αυτό είναι ορφανοτροφείο. Φιλοξενεί παιδάκια που οι γονείς τους είτε δεν έχουν τα χρήματα να τα μεγαλώσουν είτε δεν είναι πια στην ζωή.
– Και γιατί δεν είναι στολισμένο μαμά; Αυτά τα παιδάκια δεν χαίρονται με τα Χριστούγεννα;
– Χαίρονται Μαρίνα μου, αλλά μάλλον οι υπεύθυνοι δεν είχαν τα χρήματα ώστε να το στολίσουν.
– Μαμά, θέλω να μπούμε μέσα. Να γνωρίσουμε τα παιδάκια.
Πανικοβλήθηκα αλλά δεν της το αρνήθηκα. Περισσότερο φοβόμουν μήπως μας το αρνηθούν οι υπεύθυνοι.

Χτύπησα το κουδούνι. Μια κυρία, γύρω στα 55 ήρθε και μας υποδέχτηκε. Το χαμόγελο της ήταν ευχάριστη έκπληξη, τουλάχιστον για μένα. Την περίμενα νευρική και απότομη. Κάθε άλλο λοιπόν.
– Θέλω να δω τα παιδάκια, είπε η κόρη μου.
– Βεβαίως, της απαντά η κυρία.
Βρεθήκαμε σε ένα σκοτεινό κτίριο που τίποτα δεν θύμιζε Χριστούγεννα. Δεν υπήρχε χαρά, χρυσόσκονη, Άη Βασίληδες και ταρανδάκια να στολίζουν τις γωνιές.
– Αυτή την ώρα που ήρθες μικρή μου τα μικρά παιδιά κοιμούνται και τα λίγο μεγαλύτερα παίζουν στην αίθουσα ψυχαγωγίας.
Η Μαρίνα, όλο χαρά γύρισε και μου είπε, είδες μαμά, παίζουν εδώ τα παιδάκια.

Μπαίνοντας στην αίθουσα, μείναμε έκπληκτες. Τέσσερις άσπροι τοίχοι και στην μέση, κολλητά, πέντε τραπέζια. Κανένα παιχνίδι. Μόνο μαρκαδόροι και μπλοκ ζωγραφικής. Η Μαρίνα άφησε το χέρι μου και έτρεξε προς τα παιδιά. Όλα ήταν γύρω στα 8 με 9. Κάθισε μαζί τους και δεν άργησε να ακουστεί το πρώτο γέλιο. Ήμουν τόσο περήφανη γι’ αυτήν αλλά συνάμα τόσο χαρούμενη που τελικά χτύπησα το κουδούνι.

Η ώρα περνούσε καθώς η υπεύθυνη βάρδιας μου εξηγούσε την κατάσταση του ορφανοτροφείου. Μου είπε, ότι υπάρχουν περίοδοι που το κτίριο δεν έχει πετρέλαιο και τα παιδιά τριγυρνούν με κουβέρτες για να μην κρυώνουν. Ξέρετε, μου λέει, εμείς συντηρούμε το ορφανοτροφείο από τις δωρεές του κόσμου. Δεν είναι πολλές, είναι συγκεκριμένοι άνθρωποι!
Αν αρρωστήσει ένα παιδί, τα φάρμακα του, είναι επίσης από δωρεές στο φαρμακείο μας. Αν κάποια στιγμή δεν έχουμε το συγκεκριμένο φάρμακο το παίρνουμε βερεσέ από το φαρμακείο.
– Το κράτος; Που είναι το κράτος; ρωτώ.
– Χαχα! Για μας δεν υπάρχει κράτος. Μας έχει ξεχάσει εδώ και πολλά χρόνια. Όλη αυτή η προσπάθεια γι’ αυτά τα παιδιά, γίνεται με πολύ θέληση από μέρους μας και από μερικούς απλούς πολίτες που προσφέρουν απ’ το υστέρημα τους. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνθηκα τόσο άσχημα. Ήξερα την ύπαρξη του ορφανοτροφείου αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα να περάσω ή να πάρω ένα τηλέφωνο να δω αν χρειάζονται κάτι.

Παρατηρούσα την Μαρίνα. Είχε πιάσει κουβέντα με την Νατάσα. Ένα κορίτσι, σωστός άγγελος. 8 ετών με ξανθά μακριά μαλλιά, ψηλόλιγνη με ένα νυχτικό το οποίο φαίνονταν ότι είχε αλλάξει πολλά κορμάκια. Είχε περάσει όμως η ώρα. Έπρεπε να φύγουμε. Χαιρετήσαμε όλα τα παιδάκια και την κυρία Μαγδαληνή και φύγαμε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο γρήγορα γρήγορα καθώς το χιόνι είχε πιάσει κάτω.

Η Μαρίνα ήταν αμίλητη, κοιτούσε με ένα μελαγχολικό βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο. Φτάνοντας σπίτι, μας περίμενε ο μπαμπάς της όπου του είπε με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη σήμερα. Εγώ, δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου τις εικόνες που αντίκρισα και τα πρόσωπα των παιδιών. Που παρόλο τις δύσκολες συνθήκες, παρόλο που το παιχνίδι τους είναι ένα μπλοκ και ένα πακέτο μαρκαδόροι, αυτά, χαμογελούν. Και είναι τόσο όμορφα όταν χαμογελούν.

Οι τρεις μας λοιπόν, το ίδιο βράδυ, μπήκαμε στην κουζίνα. Φτιάξαμε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και μπισκότα με κανέλα. Τα αγαπημένα της Μαρίνας. Τα βάλαμε σε κουτιά και τα στολίσαμε με χριστουγεννιάτικες κορδέλες. Το πρωί ξυπνήσαμε από τα χαράματα ώστε να προλάβουμε να ψωνίσουμε τα δώρα. Ένα συμβολικό δώρο στον καθένα. Παιχνίδι εννοείται. Αφού ψωνίσαμε, πήγαμε σπίτι να πάρουμε τα γλυκά. Η Μαρίνα όμως δεν ήταν χαρούμενη.
– Τι έχεις αγάπη μου;
– Μαμά, ξέρεις…
– Πες μου αγάπη μου.
– Ακόμα όμως δεν θα έχουν δέντρο και φωτάκια.
Κοιτιόμαστε στα μάτια και τρέχουμε ταυτόχρονα στο παιδικό. Βγάζουμε το καλώδιο από την πρίζα και αρπάζουμε το άσπρο δέντρο της Μαρίνας με τα χρυσά και κόκκινα στολίδια! Είμαστε έτοιμοι!

Φτάνουμε στο ορφανοτροφείο. Μια άλλη κυρία μας ανοίγει και μας καλοδέχεται.
– Ξέρετε…
Πήγα να πω.
– Ξέρω, μου είπε η κυρία Δέσποινα. Μου μίλησε για σας η κυρία Μαγδαληνή. Περάστε!

Τα παιδιά έτρωγαν το μεσημεριανό τους. Μακαρόνια με σάλτσα. Όταν μας είδαν τα ματάκια τους έλαμψαν. Αφήσαμε τα δώρα κάτω και τρέξαμε να τα χαιρετήσουμε. Δώσαμε τα γλυκά και στήσαμε το δέντρο. Τα φωτάκια έδωσαν γιορτινή διάθεση στην αίθουσα καθώς τα δώρα πήραν την θέση τους κάτω από το δέντρο. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Όλα τα παιδιά στο ξημέρωμα της πιο χαρούμενης γιορτής πρέπει και δικαιούνται να χαμογελούν! Να είναι ευτυχισμένα. Να τους θυμίζει κάτι, ότι παρόλο που η ζωή τους στέρησε τους γονείς τους για τον α ή β λόγο, υπάρχουν άνθρωποι που τους νοιάζονται.

Θα μου πείτε, γιατί σας τα λέω όλα αυτά και σας χαλάω το κλίμα. Ξέρετε, αυτή η περίοδος δεν είναι μαγική για όλους ούτε λαμπυρίζει χρυσόσκονη. Υπάρχουν άνθρωποι σε ένα παγκάκι, άνθρωποι σε νοσοκομεία, άνθρωποι που όταν εσείς χώνεται το μαχαίρι στην γαλοπούλα εκείνοι περνούν τα σύνορα βρεγμένοι και μουδιασμένοι απ’ το κρύο, άνθρωποι μόνοι σ’ ένα σπίτι που δεν έχουν κανέναν, παιδιά σε ορφανοτροφεία.
Για μένα, τα Χριστούγεννα έχουν αλλάξει. Δεν είναι πια, πόσα δώρα θα πάρω, τι θα φορέσω ή τι θα μαγειρέψω. Είναι να δώσω λίγη χαρά, όση μπορώ και όπως μπορώ, σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη και ευχαριστώ το παιδί μου που εκείνο το απόγευμα μου ζήτησε μια μεγάλη βόλτα που με έκανε να αναθεωρήσω τις αξίες της ζωής. Πλέον, ταΐζω την ψυχή μου με χαμόγελα και είμαι τόσο γεμάτη! Και πλέον τα παιδιά μου καταλαβαίνουν ότι Χριστούγεννα δεν είναι τα δώρα αλλά η αγάπη…

Προσφέρετε. Δώστε. Χαρίστε. Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, μια κουβέντα, μια κούπα ζεστό καφέ. Ανεκτίμητο για κάποιους συνανθρώπους μας.

Είπα δεν θα κλάψω. Πάλι έπεσα έξω.
Καλές γιορτές σε όλους.