Ο σύντροφός μου πέθανε και οι δικοί του με πέταξαν από τη ζωή και την οικογένειά τους

0

Στις αρχές του έτους, ο επί 20 χρόνια σύντροφός μου πέθανε από καρκίνο στον εγκέφαλο. Κάθε μέρα εξακολουθεί να είναι το ίδιο δύσκολη με την πρώτη.

Και τα 20 χρόνια, που ήμασταν μαζί, κάναμε διακοπές με τη μητέρα, τον πατέρα, τα αδέλφια του και τα παιδιά τους (και οι δύο γονείς μου έχουν πεθάνει και ο μονάκριβος αδερφός μου ζει στο εξωτερικό).

Συνήθως κάναμε διακοπές σε ένα από τα πολλά εξοχικά, που έχει η οικογένεια. Ήμουν κοντά με όλους τους και τα ανίψια του συντρόφου μου με φώναζαν «θεία».

Από την κηδεία του και μετά, η επαφή μου με την οικογένειά του αραίωσε κατά πολύ. Εγώ από τη μεριά μου, έπαιρνα συχνά τηλέφωνο, έστελνα κάρτες Χριστούγεννα, Πάσχα και σε κάθε γιορτή, έστελνα δώρα στα παιδιά και τους κάλεσα πολλές φορές σπίτι μου για φαγητό. Αρνήθηκαν κάθε πρότασή μου και σκέφτηκα, ότι δεν έχουν ξεπεράσει ακόμα το πένθος τους.

Στις αρχές του καλοκαιριού, μίλησα με τον έναν από τους αδερφούς του και τον ρώτησα, τί θα κάναμε φέτος το καλοκαίρι. Φάνηκε, ότι ήταν σε δύσκολη θέση και είπε «κουμπωμένος», ότι αποφάσισαν φέτος να περάσουν το καλοκαίρι τους «οικογενειακά». Τον ρώτησα, αν θα μπορούσα κι εγώ να είμαι μαζί τους (εμμέσως τον ρώτησα, αν με θεωρούσαν οικογένειά τους) και με «άδειασε» λέγοντας «καλύτερα όχι».

Ένιωσα πολύ άσχημα. Αν μου έριχνες ένα χαστούκι εκείνη την ώρα, λιγότερο θα πόναγα. Τόσα χρόνια πίστευα, ότι με θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, ότι ήμουν μέλος αυτής της οικογένειας, αλλά μάλλον έκανα λάθος. Με πέταξαν κυριολεκτικά, όπως την τρίχα απ’ το ζυμάρι.

Οι φίλοι μου, με συμβούλευσαν να τους τα πω «έξω απ’ τα δόντια», ότι δηλαδή φέρονται εγωιστικά και δεν τιμούν με τη συμπεριφορά τους τη μνήμη του νεκρού, αλλά δεν μπορώ. Ξέρω, ότι υποφέρουν και περνάνε δύσκολες στιγμές.

Τι να κάνω;

Ελισάβετ