Νέμεσις

0

«Νομίζω αστυνόμε πως δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Με ρωτήσατε ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια. Μπορώ να κλάψω τον άντρα μου τώρα; Πρέπει ν αναρρώσω γρήγορα, το παιδί μου με περιμένει» Τον κοίταξε κατάματα. Μπορεί η θέση στο κρεβάτι να ήταν άβολη, ο αναβατήρας για το σπασμένο πόδι να την υποχρέωνε σε μία σχεδόν αστεία στάση, αλλά το βλέμμα που του έριξε, ήταν τόσο αποφασιστικό και θαρρετό, που εκείνος, αποτράβηξε το δικό του μετά από λίγα δευτερόλεπτα.

Έκανε μεταβολή κι ετοιμάστηκε να βγει από το δωμάτιο.

Ήξερε πως δεν θα την ξαναέβλεπε.

Γιατί η πείρα του σ αυτήν την δουλειά, του είχε μάθει πως κανένα λάθος δεν έμενε για πάντα κρυφό, κανένα έγκλημα δεν έμενε ατιμώρητο.

Παρασκευή 9 Ιουνίου ώρα 5.30 π.μ

Διέσχισε την αυλή, σχεδόν παραπατώντας.

Προσευχήθηκε μέσα της να μην σωριαστεί πουθενά στην αυλή και την έβρισκαν εκείνος και το παιδί το πρωί που θα το πήγαινε σχολείο.

Ποτέ στην ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο δυνατό πονοκέφαλο που να την κάνει να χάσει τις αισθήσεις της από τον πόνο και την ζάλη.

Στην δουλειά σωριάστηκε και πήρε μαζί της μια στοίβα πιάτα, αυτή που μόλις είχε βγάλει από το πλυντήριο.

Αμέσως έτρεξαν κοντά της οι δύο συνάδελφοι της κουζίνας, της έριξαν νερό στο πρόσωπο, την έβγαλαν έξω να πάρει καθαρό αέρα. Μα εκείνη δεν μπορούσε να συνέλθει. Σαν μέγκενη έσφιγγε ο πόνος το κεφάλι της κι όσο κι αν προσπαθούσε, όρθια δεν μπορούσε να σταθεί.

Φώναξαν το αφεντικό. Στοργικός και μελίρρυτος, ανήσυχος σαν πατέρας, ρώτησε τους άλλους αν θα μπορούσαν να την καλύψουν, της έδωσε το μεροκάματο και την έχωσε σ ένα ράδιο – ταξί «δεν ξέρεις τέτοιες ώρες, είσαι και χάλια».

Ευτυχώς έφτασε όρθια στην εξώπορτα κι άνοιξε σιγά σιγά μην τους ξυπνήσει.

Πήγε στην κουζίνα κατ ευθείαν να πάρει άλλα δύο παυσίπονα και το κυριότερο, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της.

Στην αρχή, δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που άκουσε.

Έτσι κι αλλιώς, το κεφάλι της βούιζε από πριν, αλλά αυτό δεν ήταν βουητό.

Αυτό ήταν βογκητό.

Του παιδιού.

«Εφιάλτη βλέπει το μωρό μου» σκέφτηκε και βγήκε ακροπατώντας από την κουζίνα, να πάει να δει.

Είχε ακούσει, πως δεν πρέπει να ξυπνάς απότομα κάποιον που βλέπει εφιάλτη γιατί τρομάζει.

Δεν ήξερε αν ήταν αυτή που έβλεπε τον εφιάλτη. Δεν ήξερε αν ήταν αυτό που έβλεπε αλήθεια, εφιάλτης ή παραίσθηση από τον πονοκέφαλο.

Δεν ήξερε αν αυτό το παιδικό κορμάκι, το γυμνό, το δεμένο στο κρεβάτι ήταν το παιδί της το σπλάχνο της κι αυτός από πάνω ο άντρας που αγάπησε και που του χάρισε το πιο πολύτιμο δώρο: ένα παιδί.

Βογκούσε το σπλάχνο της κάτω από αυτόν, βογκούσε και ψέλλιζε «μαμά μου» κι αυτό το τέρας του έκλεινε το στόμα να συνεχίσει το βρωμερό του έργο.

Μόλις εκείνο ψέλλιζε «μαμά μου» το χτύπησε δυνατά.

Αυτό το χαστούκι την ξύπνησε.

Έκανε μεταβολή.

Βγήκε πάλι σιγά σιγά από το σπίτι.

Κούρνιασε στην πίσω πλευρά τη αυλής.

Κοίτα, ξημερώνει Τι όμορφα χρώματα,ε; Δεν τα είχε προσέξει ποτέ. Τέτοια ώρα ήταν ακόμη στο μαγαζί, εκεί που βρήκε αυτήν την καλοπληρωμένη αλλά και τόσο σκληρή δουλειά.

Το αφεντικό σε αντίθεση με ό,τι ακουγόταν για τους ανθρώπους της νύχτας, ήταν πάντα τόσο καλό γι αυτό κιόλας όλο το προσωπικό της κουζίνας, από το σεφ έως και τις λατζέρες (εκείνη δηλαδή κι άλλα δύο άτομα) δούλευαν σαν καλοσυγχρονισμένα ρολόγια.

Ιούνιος κι ο ήλιος ανέβαινε γρήγορα, ξημέρωσε κιόλας.

Άκουσε την πόρτα.

Γύρισε γρήγορα να κοιτάξει- κοίτα να δεις που της πέρασε ο πονοκέφαλος.

Τους είδε να βγαίνουν.

Μπανιαρισμένος και μοσχομυριστός, κρατούσε σφιχτά το χέρι του παιδιού.

Σκυφτό το παιδί, ένα βήμα πίσω του.

Σκυφτό κι αμίλητο.

Εκείνος του σήκωσε το κεφάλι, το ανάγκασε να τον κοιτάξει και του είπε σφυριχτά αλλά και καθαρά: «κι όπως είπαμε, ε; τσιμουδιά. Είναι το μυστικό μας.» Το παιδί κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Γύρισε το δικό της από την άλλη.

Παρασκευή 9 Ιουνίου ώρα 6.30 μ.μ

Πάρκαρε έξω από το σπίτι και κοίταξε απορημένος.

Ήταν το αυτοκίνητο της κουνιάδας του αυτό; Πότε ήρθαν; Κάτι θα συνέβη για να έρθουν από το χωριό στα καλά καθούμενα.

Κι εκείνη;

Γιατί δεν του είπε τίποτε;

Μόλις εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πως δεν μίλησαν όλη μέρα.

Το κινητό της ήταν κλειστό και το σταθερό βούιζε συνεχώς.

Εντάξει, δεν έγινε και τίποτε, θα καθόταν για λίγο μαζί τους και θα προφασιζόταν κούραση για να πάει νωρίς για ύπνο. Δεν είχε κοιμηθεί καλά άλλωστε, απόψε το μικρό αντιστάθηκε πολύ και δεν το φχαριστήθηκε.

Μπήκε μέσα.

Τον καλωσόρισαν χαμογελαστοί, το τραπέζι έτοιμο, παγωμένο κρασάκι ήταν βάλσαμο από το χωριό.

Η γυναίκα του, η κουνιάδα του ο άντρας της, κατέβηκαν λέει για ψώνια εκτάκτως στην Αθήνα και να που μαζευτήκαμε βρε παιδί, κάτσε να φάμε, θαύματα έφτιαξαν οι γυναίκες.

Πήγε στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια του και κάθισε Πεινούσε πραγματικά κι όντως θαύματα είχαν φτιάξει.

Στο πέμπτο κρασί μια γλυκιά ζάλη τον πήρε κι έτσι ,όταν τους είδε να σηκώνονται «έχουμε δρόμο μπροστά μας, θα έχουμε και το παιδί, να φεύγουμε» δεν έφερε και πολλές πολλές αντιρρήσεις.

Η γυναίκα του τους κατευόδωσε ως το αμάξι, φίλησε το παιδί- του φάνηκε πως το φίλησε λίγο πιο πολύ από το συνηθισμένο, το κοίταξε μ έναν άλλο τρόπο; μπα, το κρασί θα φταίει.

Πώς της ήρθε να στείλει το παιδί μακριά ,αυτή δεν το άφηνε ρούπι.

Μπήκε ξανά μέσα και τον κοίταξε.

«Αγάπη μου; Μείναμε οι δυο μας» του είπε γλυκά.

«Ευκαιρία να ξεκουραστώ» της απάντησε. «Δεν κοιμάμαι καλά για να προσέχω το παιδί» Άστραψε το βλέμμα της; Μπα Άτιμο κρασί, έχω παραισθήσεις τώρα; «Έλα αγάπη μου, δεν θα μου χαλάσεις το χατήρι, πάμε μια μεγάλη βόλτα» του είπε γλυκά.

Κάτι πήγε να πει κι εκείνη του έκλεισε το στόμα με το χέρι, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε «Μη σε νοιάζει βρε κουτέ, εγώ θα οδηγήσω. Πάμε να δούμε το ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο, είναι τόσο όμορφα τώρα το καλοκαίρι. Ας χαρούμε το ρεπό μου σε παρακαλώ»

Μπήκαν στ αμάξι.

Έβαλε την ζώνη της και ξεκίνησαν.

Οι κουβέντες τυπικές «πώς και το αποφάσισες να στείλεις από τώρα το παιδί στο χωριό;» «Τελευταία εβδομάδα, θα έχει και καύσωνα, σιγά το πανεπιστήμιο κι αφού ήρθε που ήρθε η αδερφή μου, ευκαιρία ήταν. Άλλωστε το χρειαζόμασταν να μείνουμε και λίγο μόνοι, έχουμε χαθεί τώρα τελευταία, ε;» του είπε και του χάιδεψε το γόνατο.

Βγήκαν πια από την πόλη, η διαδρομή έγινε πιο μαγευτική, θάλασσα στα δεξιά.

Δεν της έδινε και πολλή σημασία, το κρασί τον νύσταξε, με δυσκολία την άκουγε.

Το μόνο που καταλάβαινε, ήταν πως το αυτοκίνητο άρχισε ν αναπτύσσει ταχύτητα, πώς το πάθε, εκείνη ήταν τόσο προσεκτική.

Ανασηκώθηκε στο κάθισμά του.

Έπιασε να φορέσει την ζώνη. Είχε μαγκώσει.

«Μην κουράζεσαι αγάπη μου, η ζώνη δεν ανοίγει. Αυτή είναι η τελευταία βόλτα σου τέρας» του φώναξε πριν ρίξει με δύναμη το αυτοκίνητο σ εκείνη την τσιμεντένια μάντρα.

Ένας εκκωφαντικός θόρυβος και το αυτοκίνητο σχεδόν κόπηκε στην μέση.

Αίματα, θρύψαλα, λαμαρίνες, σειρήνες, φωνές, ένιωσε να την τραβάνε από το αυτοκίνητο και ταυτόχρονα ένιωσε πως ξαναγεννήθηκε σ έναν κόσμο χωρίς το τέρας που φώλιαζε σπίτι της.

Τετάρτη 14 Ιουνίου

Λιγοστοί φίλοι και συγγενείς τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία.

Η γυναίκα του στο νοσοκομείο με κατάγματα παντού αλλά εκτός κινδύνου, το παιδί εντελώς τυχαία ήταν στο χωριό με την θεία κι αποφασίστηκε πως αφού η μαμά του δεν θα ήταν κοντά δεν υπήρχε λόγος να το ζήσει όλο αυτό.

Κατακαλόκαιρο και τον παράχωσαν γρήγορα γρηγορα μια κι η θερμοκρασία άγγιζε τους 40 βαθμούς υπό σκιάν.

Ο αστυνόμος καθόταν παράμερα με τον βοηθό του.

«Δεν έχω καταλάβει τι σ απασχολεί αστυνόμε» του είπε ο βοηθός. « Ένα τροχαίο ήταν ,εντάξει η κυρία το πάτησε λίγο το γκάζι, αλλά κι αυτός γιατί αρνιόταν να φορέσει την ζώνη;» Ο αστυνόμος κοιτούσε τον κόσμο.

Τέτοια παγωμένη κηδεία μέσα στο κατακαλόκαιρο δεν είχε ξαναδεί.

Το πόρισμα της Τροχαίας ήταν πεντακάθαρο, τροχαίο λόγω απώλειας ελέγχου του αυτοκινήτου.

Γιατί;

Ποιος ξέρει; Ίσως ένα καβγαδάκι, μια γάτα που πετάχτηκε ποιος ξέρει; Πάντως ούτε λεφτά από ασφάλεια παιζόταν, ούτε καμιά κληρονομιά είχε ο μακαρίτης, λαντζέρα ήταν αυτή, μεροδούλι μεροφάι. Το σπίτι που έμεναν ήταν προίκα της, το αυτοκίνητο καταστράφηκε κι αποζημίωση ούτε λόγος.

Τα ξαναέβαλε κάτω.

Ένα τροχαίο σαν όλα τ άλλα λοιπόν.

Ας αναπαυτεί εν ειρήνη.

Εκείνος θα ξαναπήγαινε στο νοσοκομείο να πάρει κατάθεση.

Κυριακή 18 Ιουνίου

Τράβηξε το χέρι από το πόμολο της πόρτας.

Γύρισε και την κοίταξε.

«Νομίζω πως αν κι αστυνόμος, θα με αναγκάσετε να καλέσω τους σεκιούριτι.

Τι δεν καταλαβαίνετε, τα είπαμε όλα, έτσι δεν είναι;» του είπε αγριεμένη κι αληθινά φοβισμένη πια.

Ήξερε πως δεν ήταν κανένα τρανό το σχέδιό της, στο πόδι στημένο, αλλά ήταν πιστευτό στην απλότητά του.

Συμφωνήσαμε να κάνουμε μια βόλτα μια κι έλειπε το παιδί κι εγώ είχα ρεπό.

Δεν ήθελε να βάλει ζώνη, εγώ διαφώνησα, αλλά δεν μπορούσα να του την βάλω με το ζόρι.

Είχε πιει αρκετά, ήταν ψιλοζαλισμένος γι αυτό και οδήγησα εγώ που δεν είχα πιεί γουλιά.

Σ εκεείνη την στροφή,μου ζήτησε απότομα να σταματήσω για να κάνει εμετό.

Τρέχαμε αρκετά, θα σταματουσα στο επόμενο πλάτωμα, γύρισα να τον κοιτάξω, δεν κατάλαβα καν πως πέσαμε πάνω στην μάντρα.

«Δεν θα σας κουράσω» της είπε και ξανατράβηξε την καρέκλα κοντά στο κρεβάτι.

«Ισα ίσα που εγώ θα σας πω μια ιστορία. Σίγουρα όχι ευχάριστη, αλλά νομίζω ενδιαφέρουσα.

Στην πρώτη μου μετάθεση σε μια κωμόπολη της επαρχίας, δεν άργησα να καταλάβω πως ο ρόλος μου σε κάποια πράγματα θα ήταν καθαρά διακοσμητικός. Ο νόμος της σιωπής είναι πάντα ισχυρότερος του νόμου της κοινωνίας, ε; Έτσι λοιπόν κάποιοι ψίθυροι έμεναν για πάντα ψίθυροι.

‘Ένα βράδυ, γυρνούσα από την άδειά μου στην γενέτειρά μου.

Ο αντικαταστάτης μου με υποδέχτηκε φανερά ταραγμένος.

Το προηγούμενο βράδυ, περνώντας για περιπολία έξω από τα ακριανά σπίτια του χωριού, άκουσε πνιχτές φωνές, σπασίματα βρισιές και βογκητά.

Κοντοστάθηκε ν ακούσει καθαρά.

Ένα παιδί έκλαιγε γοερά , μια γυναίκα φώναζε «όχι πάλι το παιδί!!» κι ένας τύπος που έβριζε κι έσπαγε.

Ο αστυνομικός χτύπησε την πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε αυτός, ξαναμμένος και οργισμένος.

Πίσω του η γυναίκα αναμαλλιασμένη, φανερά αναστατωμένη κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της το παιδί.

Τους ρώτησε αν χρειάζονται βοήθεια κι εκείνοι αρνήθηκαν.

Έφυγε.

Ρωτώντας απ έξω απ έξω στο χωριό, φήμες έλεγαν πως ο τύπος βίαζε το παιδί κάθε βράδυ.

Αυτός μεθοκοπούσε κι επέστρεφε στο σπίτι με άγριες και συγκεκριμένες διαθέσεις.

Ένα βράδυ, επέστρεψε και δεν τους βρήκε εκεί.

Ήταν τόσο εξοργισμένος που έβαλε φωτιά στο σπίτι και το έκαψε.

Λίγους μήνες μετά, εξαφανίστηκε.

Ήμουν νέος, ορμητικός, ακόμη ιδεολόγος και το γεγονός πως δεν μπόρεσα να χώσω φυλακή αυτό το κάθαρμα, με στοίχειωνε έως την περασμένη εβδομάδα.

Είχα πάντα φυλαγμένα τα στοιχεία του και τον εντόπισα χάρις σε μια κλήση που του έκοψαν τα φιλαράκια της Τροχαίας.

Τον παρακολουθούσα στενά.

Είδα πως έφτιαξε δεύτερη οικογένεια κι ήμουν σίγουρος πια πως αυτήν την φορά, η καταγγελία θα ερχόταν.

Εδώ δεν είναι χωριό κι η δεύτερη γυναίκα του φαινόταν δυναμική και απαλλαγμένη από προκαταλήψεις.

Τα φιλαράκια μου με ενημέρωσαν για το Τροχαίο.

Κοίτα να δεις πώς τα φέρνει η ζωή, ε; Τελικά, δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι αυτή, η ίδια η ζωή φύτεψε μια μάντρα σε μια στροφή.»

Γύρισε και την κοίταξε.

Τα μάτια της που πριν τον κοιτούσαν θυμωμένα κι ανυπόμονα, ήταν τώρα γεμάτα δάκρια.

«Δεν ξέρω γιατί μου τα είπατε αυτά αστυνόμε, ψιθύρισε. Θεωρείτε πως έχω κάποια σχέση;» «Καμιά απολύτως» της απάντησε βάζοντας ξανά την καρέκλα στην θέση της.

«Αυτή η δουλειά μ έχει κάνει και παραληρώ σα γέρος μπροστά στο τζάκι.

Εύχομαι ολόψυχα, καλή ανάρρωση. Και να ‘στε σίγουρη πως αν χρειαστείτε οτιδήποτε, έχετε ένα πιστό σύμμαχο»

Βγήκε από το δωμάτιο.

Βλέποντάς τον κανείς θα νόμιζε πως είχε τουλάχιστον κερδίσει το τζόκερ, τόσο φωτεινό ήταν το χαμόγελό του.

Πηγή: http://thebluez.gr/