Ήταν ωραία στην αυλή της γιαγιάς

0

Ήταν ωραία στην αυλή της γιαγιάς Χριστίνης!
Έφτασε μια σταλιά αυλή για να μεγαλώσουν 18 εγγόνια!

Τι ωραία που ήταν,  που παίζαμε δίπλα στις αλτάνες με τα πολύχρωμα χαρτάκια, τους κατιφέδες, τα γεράνια και τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές με το μεθυστικό άρωμα…
Δεν άφηνε ούτε μια σπιθαμή χώμα που να μην τη σπείρει η γιαγιά, και κανένα χορταράκι δεν είχε ελπίδα να επιζήσει ανάμεσα στα λουλούδια της.

Όποιο τολμούσε να φυτρώσει στις αλτάνες της θυσιάζονταν στο τσαπάκι της, μη και τις μαγαρίσει! Πεντακάθαρες τις είχε!
Τη θυμάμαι με τα μαλλιά της μαζεμένα και δεμένα πάντα με τον ίδιο τρόπο, φουριόζα αλλά γελαστή, με τα μανίκια της ρόμπας πάντα σηκωμένα, αδύνατη πάντα και μ’ ένα τραγούδι μικρασιάτικο στο στόμα.

Κάθε απόγευμα με το λουλουδάτο φόρεμα και με τη ποδιά της δεμένη, τις λαστιχωτές καφέ παντόφλες της να ποτίζει τα λουλούδια της και να τους μιλά, λες και την άκουγαν και μερικές φορές την έπιανα ως και να τους τραγουδά το «τζιβαέρι»…
«Καλά ρε γιαγιά, στα λουλούδια μιλάς;» τη πείραζα!
«Και δε μ’ λες κυρά μου; Ποιό παιδί μεγαλώνει χωρίς αγάπη στα μουγγά, θαρρείς; Για δέστα πως ανθίζουν που τα μιλώ!…»  μ’ απαντούσε, και κείνη την ώρα ήθελα να παρατήσω ως και τις «κουμπάρες!»  και να χωθώ στην αγκαλιά της να μου τραγουδήσει κι εμένα…

Αχ! Οι κουμπάρες! Κάθε απόγευμα το ίδιο σκηνικό… Κουρελούδες στρωμένες στην αυλή, κάτω απ’ την κληματαριά, δίπλα στην κούνια για τη μικρή μας Βαγγελίτσα! (το αληθινό μας μωρό!) τα μωρά μας κοιμούνταν, στα αυτοσχέδια από κεραμίδια κρεβατάκια, κι οι «κουμπάρες» δώστου καφεδάκι στα πλαστικά φλιτζανάκια και κουτσομπολιό!
Και σαν έβαζε το λάστιχο η γιαγιά φουριόζα να ποτίσει, τις μαζεύαμε βιαστικά, μη τις καταβρέξει και ξυπνήσουν τα μωρά μας (!) και τις στρώναμε άτσαλα στα σκαλοπάτια, δίπλα στη μουσμουλιά!

Τρία ήταν όλα κι όλα τα σκαλοπάτια που κατέβαινες στην αυλή της γιαγιάς. Τρία σκαλάκια που έμελλε να γνωρίσουν μεγάλες στιγμές, παρεξηγήσεις κι ομηρικούς καυγάδες!
Και κείνες οι κουρελούδες στα σκαλιά στρωμένες, πόσο άβολα ήταν!
Γκρίνιαζαν και μουρμούραγαν οι κουμπάρες: «Αμάν! αυτή η γιαγιά σου κάθε μέρα μας χαλάει τα σπιτάκια με τα νερά!…»
«Τότες να μην ξανάρθετε αν δε σας αρέσει», την υποστήριζα εγώ θυμωμένη και στο τέλος παρεξηγημένες έπαιρναν τις κούκλες  αγκαλιά κι έφευγαν!

Και τότε, μάλωνα τη γιαγιά, που δεν είχε λίγο υπομονή,  να τελειώσουμε το παιχνίδι…
Αμάν πια μ’ αυτά τα χαρτάκια! Λες και τι θα γινόταν αν τα πότιζε μια ώρα μετά;
Λες και μια ώρα μετά, θα είχαμε χορτάσει παιχνίδι και δε θα θύμωναν οι κουμπάρες!
Το επόμενο απόγευμα από νωρίς οι κουμπάρες σουλατσάριζαν με τις κούκλες αγκαλιά έξω από την αυλόπορτα. Τάχα αδιάφορα κοίταζαν προς τα μέσα, μπας και βγάλω τις κουρελούδες και τις φωνάξω! «Ορίστε ήρθαν οι κουμπάρες σου! που στεναχωριόσουν μη και δε ματαρθούν!», μου ‘λεγε βροντόφωνα για ν’ ακούσουν!

Και κείνη την ώρα μετάνιωνα που την είχα μαλώσει και το ‘παιζα θιγμένη με τις κουμπάρες τις παραξηγιάρες! Αλλά η γιαγιά…αχ!! η γιαγιά! Πάντα είχε τον τρόπο να μας φτιάξει την καρδιά. Ερχόταν με τα φλιτζάνια το χτυπημένο αυγό τη ζάχαρη και το κακάο και τρατάριζε όλες τις κουμπάρες! Κι αυτές ξεθύμωναν μεμιάς και στρώναμε τα σπιτάκια στο λεπτό…
Πρώτα στην αυλή, μέχρι να βγει το λάστιχο και μετά στη σκάλα ώσπου να ξαναμαλώσουμε και να πάρουν παραμάσχαλα τα μωρά τους και να φύγουν!
Αχ! γιαγιά μου που τα ήξερες όλα και λάθος δεν έκανες ποτέ…
Που με μια ματιά μας ένιωθες και δε μας χάλασες ποτέ χατίρι!
Που έλεγες πως σαν φύγεις θα σε ξεχάσω…!
Σ’ αυτό έκανες λάθος γιαγιά μου, γιατί πάντα σε θυμάμαι και ΜΟΝΟ γλυκά!

Αφιερωμένο στη γιαγιά μου και τις «κουμπάρες»…

giagia-ewoman

Της Χριστίνας Ζαμπούνη

Πηγή: ewoman.gr