Η μητέρα μου με άφησε για να ζήσει τον έρωτά της

5

Η προσωπική της ευτυχία την απομάκρυνε από εμένα και αν και δεν κατανοώ απόλυτα αυτή της την επιλογή, δεν την καταδικάζω. Ήταν μια καθοριστική στιγμή στη ζωή μου – επιβίωσα, απέκτησα αντοχές και έγινα πιο δυνατή. Εξαιτίας αυτής της επιλογής, είμαι αυτή που είμαι σήμερα.

Όταν ήμουν στη 2α Γυμνασίου, η μητέρα μου κι εγω συμμετείχαμε σε μια θεατρική παράσταση. Το έργο, βασισμένο στην Χιονάτη, λεγόταν «Άσπρη σαν το Χιόνι, Κόκκινη σαν Αίμα». Εγώ έπαιζα την Χιονάτη ενώ η μητέρα μου έπαιζε το φάντασμα της πεθαμένης μητέρας της Χιονάτης, που την επισκεπτόταν στα όνειρα της (αρχικά ήθελε να παίξει την κακιά μητριά αλλά επέλεξαν κάποια νεότερη). Όταν οι θεατές έβλεπαν στο πρόγραμμα ότι είχαμε το ίδιο επώνυμο, έλεγαν “Τι ωραία! Μια μητέρα και μια κόρη που υποδύονται μια μητέρα και μια κόρη! Κι εγώ χαμογελούσα!

Μερικούς μήνες πριν ξεκινήσουν οι πρόβες για την παράσταση, η μητέρα μου έφυγε ξαφνικά από το σπίτι μας. Απρόθυμα την έβλεπα τα Σαββατοκύριακα αλλά αρνούμουν να κοιμηθώ στο καινούριο της σπίτι. Οπότε για μένα ήταν νεκρή.

Στο τέλος κάθε παράστασης, ο πατέρας μου ερχόταν να με πάρει. Με περίμενε στο πάρκινγκ πίσω από το θέατρο και κάποιες φορές αντάλλασσε κάποιες κουβέντες με την, σύντομα, πρώην γυναίκα του. Δεν ήθελα να έχω καμιά σχέση με κανέναν από τους δυο. Το να κάνω τις δουλειές του σπιτιού για μερικούς νάνους φάνταζε προτιμότερο από το να παρακολουθώ την διάλυση ενός γάμου που είχε διαρκέσει σχεδόν 20 χρόνια.

Αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να το αποφύγω και προφανώς έπρεπε να πάρω το μέρος του μπαμπά, εκείνου δηλαδή που δεν μ’ εγκατέλειψε. Η μητέρα μου εν τέλει γνώρισε έναν άνδρα που έμενε σε άλλη πόλη, έφυγε για να μείνει μαζί του και τον παντρεύτηκε. Έτσι ήταν απούσα σε όλα τα ορόσημα της σχολικής μου ηλικίας.

Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, η συμπάθεια μου στράφηκε προς την μητέρα μου. Αν και είχε υπάρξει η  «κακιά» της υπόθεσης, ξαφνικά ένιωσα ότι έπρεπε να την υπερασπιστώ. Στο κάτω κάτω, είχε καταφέρει να βρει την πραγματική αγάπη (κάτι εντελώς βγαλμένο από παραμύθι), ενώ ο πατέρας μου αν και ξαναπαντρεύτηκε, είχε γίνει πιο πικρόχολος, ειδικά απέναντι μου.

Δείτε σχετικά: Μόνες μαμάδες στη φυλακή. Παιδιά που μεγαλώνουν με παππούδες!

Τα δυο μου αδέλφια μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν αλλά εμένα ο πατέρας μου με παρακολουθούσε σαν γεράκι. Ακόμα και στην ηλικία των 15 ετών καταλάβαινα τι συνέβαινε – σαν γυναίκα που ήμουν, του θύμιζα την γυναίκα που τον είχε εγκαταλείψει. Οπότε έπρεπε να υπομείνω την καταπιεσμένη του οργή και τη θλίψη του.

Όταν κάποιος με ρωτούσε αν μου έλειπε η μητέρα μου, του έλεγα: «Ναι, φυσικά και μου λείπει αλλά έκανε ότι έκανε για να βρει την ευτυχία». Η μητέρα μου, είχε μεταμορφωθεί στα μάτια μου, σε υπέρμαχο της ρομαντικής αγάπης και ήταν το τέλειο παράδειγμα θυσίας για τον έρωτα (ακόμα και αν αυτό σήμαινε την θυσία των παιδιών της). «Όχι, φυσικά και δεν ήταν εύκολο για εκείνη να μας εγκαταλείψει αλλά έπρεπε να το κάνει! Έπρεπε να βρει την πραγματική αγάπη!» συνέχιζα.

Αυτή ήταν η δική μου εκδοχή και δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να θυμώσει ή να κατακρίνει τις πράξεις της. Έθαψα βαθιά στην καρδιά μου τα συναισθήματα μου και μετά ξέχασα ότι τα είχα θάψει – μέχρι που βίωσα για πρώτη φορά την κατάθλιψη, σε ηλικία 20 ετών.

Άρχισα θεραπεία και ο ψυχίατρος , μου έκανε ερωτήσεις για την οικογενειακή μου ιστορία. Προσπάθησα να του εξηγήσω τι συνέβη και με επιμονή υποστήριξα ότι αυτό που είχε κάνει η μητέρα μου δεν μου είχε προξενήσει κανένα τραύμα, παρά τις αντίθετες ενδείξεις (ένδειξη A: σοβαρή δυσκολία στο να εμπιστευτώ και τάση ν’ αποφεύγω τις σχέσεις για ν’ αποφύγω να μ’ εγκαταλείψουν).

Ξαφνικά, οι αναμνήσεις που είχα θάψει βαθιά μέσα μου ήρθαν στην επιφάνεια. Θυμήθηκα ότι ο πατέρας μου της είχε ζητήσει να πάνε σε σύμβουλο γάμου και ότι ήταν πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να σώσουν τον γάμο τους αλλά εκείνη δεν την ενδιέφερε. Θυμήθηκα ότι του έδωσε την πλήρη επιμέλεια μας χωρίς καμία αντίρρηση και πως μια μέρα απλά αποφάσισε ότι δεν ήθελε πια την οικογένεια της. Ο ψυχίατρος, αναρωτήθηκε μήπως η μητέρα μου πέρασε ψυχωτική κρίση, καθώς ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρθηκε του φάνηκε ιδιαίτερα περίεργος και εγωιστικός.

Για πολύ καιρό είχα προσπαθήσει να εκλογικεύσω την παράλογη συμπεριφορά της. Για να μην την μισήσω είχα προσπαθήσει να κατανοήσω την επιλογή της να εγκαταλείψει εμένα και τ’ αδέλφια μου (και κατά συνέπεια ν’ απουσιάσει από ένα μεγάλο μέρος της παιδικής μας ηλικίας). Την είχα ηρωοποιήσει στο μυαλό μου και η ιστορία που είχα πλάσει, είχε αρχίσει να καταρρέει.

Σαν χθες θυμάμαι που μας είπε ότι θα έφευγε. Όταν μας ανακοίνωσε τη φυγή της, άρχισα να κλαίω. Με πήρε αγκαλιά και μου είπε, «Ξέρω ότι δεν το καταλαβαίνεις τώρα αλλά μια μέρα, όταν γνωρίσεις τον έρωτα της ζωής σου, θα καταλάβεις γιατί πρέπει να φύγω».

Τώρα είμαι 34 ετών και έχω ερωτευτεί, βαθιά, αλλά ακόμα δεν το έχω καταλάβει. Όμως δεν νομίζω ότι χρειάζεται. Η προσωπική της ευτυχία την απομάκρυνε από εμένα και αν και δεν κατανοώ απόλυτα αυτή της, την επιλογή, δεν την καταδικάζω. Ήταν μια καθοριστική στιγμή στη ζωή μου – επιβίωσα, απέκτησα αντοχές και έγινα πιο δυνατή. Εξαιτίας αυτής της επιλογής είμαι αυτή που είμαι σήμερα.

Τα τελευταία χρόνια επανόρθωσε για την απουσία της από την ζωή μου όταν ήμουν έφηβη. Όποτε την χρειαστώ μπορώ να την πάρω τηλέφωνο και είναι ικανή να μπεί στο πρώτο αεροπλάνο να έρθει να με βοηθήσει. Αν αυτό δεν είναι πραγματική αγάπη, δεν ξέρω τι είναι.

Πηγή: http://www.rolereboot.org/