Η μέρα που γνώρισα το παιδί μου

0

Δεν είναι ταμπού, ούτε ηρωική πράξη, αλλά ένας διαφορετικός δρόμος προς τη μητρότητα. Εν αναμονή του νέου νόμου για την αναδοχή και την υιοθεσία, τέσσερις Ελληνίδες μιλούν στο ΒΗΜAgazino για το ταξίδι τους

Από τη Βαρδάκη Έρη


«Γνώρισα τον γιο μου όταν ήταν 16 μηνών.
Ηταν τόσο μικρούλης
που περνούσε κάτω
από τα πόδια μου».
Η Μ.Μ. (τα στοιχεία της βρίσκονται στη διάθεση του ΒΗΜΑgazino) είναι μια όμορφη γυναίκα λίγο πάνω από τα σαράντα. Καθώς μιλάμε, ο επτάχρονος γιος της τριγυρίζει ανάμεσά μας. «Είναι λίγο μαμάκιας. Eχει αδυναμία περισσότερο σ’ εμένα» μου λέει κοιτώντας τον τρυφερά. «Το βράδυ που κοιμήθηκε το παιδί για πρώτη φορά στο σπίτι μας, θυμάμαι δεν είχαμε κλείσει μάτι με τον σύζυγό μου. Ηταν τρεις ημέρες μετά τα γενέθλιά του. Είχαμε βάλει ένα μονό κρεβάτι απέναντι από την κούνια μήπως χρειαστεί κάποιος να κοιμηθεί μαζί του επειδή θα φοβόταν μόνος του. Τελικά είχαμε καθίσει και οι δύο και απλά κοιτούσαμε το παιδί στο σκοτάδι να αναπνέει. Υπήρχε τόση ηρεμία και γαλήνη στο δωμάτιο».
Ο μικρός τη χαιρετά καθώς ετοιμάζεται να πάει με τον πατέρα του στο κολυμβητήριο. Η ίδια, όπως εκμυστηρεύεται, ήθελε ανέκαθεν να γίνει μητέρα. «Η πρώτη μου σκέψη ήταν να προχωρήσω σε κρατική υιοθεσία. Είχα απευθυνθεί μάλιστα στο Παράρτημα Προστασίας Παιδιού «Η Μητέρα», αλλά δεν σας κρύβω ότι λίγο με αποθάρρυναν, με την έννοια ότι μου είπαν πως υπήρχε μεγάλη αναμονή, αναμονή που μπορούσε να φτάσει έως και τα πέντε χρόνια. Εγώ είχα ξεκινήσει τις προσπάθειες ήδη από τα 25 μου. Ενιωθα ότι μεγάλωνα αρκετά. Τελικά έγινα μητέρα στα 39 μου. Αρχικά στραφήκαμε στη διακρατική υιοθεσία μέσω του υπουργείου Εξωτερικών. Είχαμε κάνει μάλιστα τα χαρτιά μας για τη Βουλγαρία, προπληρώνοντας 2.000 ευρώ για τους δικηγόρους, το εκεί κρατικό ίδρυμα και τις απαραίτητες εξετάσεις. Βρισκόμασταν στην αναμονή. Τελικά ο γιος μας ήρθε στη ζωή μας μέσω των Παιδικών Χωριών SOS. Στην αρχή γίναμε ανάδοχοι γονείς του και ενάμιση χρόνο αργότερα αιτηθήκαμε της υιοθεσίας του».
Παρότι η αναδοχή παραμένει σε μεγάλο βαθμό μια άγνωστη έννοια στο ευρύ κοινό, τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ζευγάρια στην Ελλάδα εκδηλώνουν ενδιαφέρον για τη διαδικασία. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μορφή παιδικής προστασίας αναγνωρισμένη από το κράτος. Δεν πρόκειται όμως για υιοθεσία, δηλαδή το παιδί δεν ανήκει νομικά στους ανάδοχους γονείς, χωρίς να αποκλείεται όμως η υιοθεσία του από αυτούς ως εξέλιξη της σχέσης τους.

«Η αλήθεια είναι ότι εμείς θέλαμε να υιοθετήσουμε ένα παιδί. Oμως δεν ήμασταν αρνητικοί στην έννοια της αναδοχής» μου εξηγεί η Μ.Μ. «Μπήκαμε σε αυτή τη διαδικασία λοιπόν όταν απευθυνθήκαμε στα Παιδικά Χωριά SOS. Ηρθαμε σε επαφή με την κοινωνική λειτουργό, με ψυχιάτρους, παιδοψυχιάτρους, και περάσαμε όλα τα τεστ για να κριθούμε κατάλληλοι. Πέντε μήνες αργότερα μας ειδοποίησαν ότι υπήρχε ένα παιδάκι που θα μπορούσε να δοθεί για αναδοχή από τα Παιδικά Χωριά SOS. Ξέραμε ότι η αναδοχή είναι προσωρινή φιλοξενία. Οτι θα δενόμασταν με το παιδί και μπορεί στο τέλος να μας το έπαιρναν. Αλλά ήταν η λαχτάρα μας τόση να δώσουμε μια αγκαλιά, έστω κι αν αυτό ήταν για μικρό χρονικό διάστημα».
Οπως μου εξηγεί, αρχικά κάθε τρεις εβδομάδες πήγαινε μαζί με τον σύζυγό της στα Παιδικά Χωριά SOS ώστε το παιδί να τους συνηθίσει. «Τις πρώτες φορές τον βλέπαμε μόνο για μία ώρα, αρχικά με παρουσία κοινωνικού λειτουργού. Πηγαίναμε στον δικό του χώρο, στην παιδική χαρά. Την τελευταία φορά, λίγο πριν τον πάρουμε σπίτι, θυμάμαι ότι μετά τη βόλτα μας, όταν τον αφήσαμε πίσω στο ίδρυμα, έκλαιγε γοερά. Μάλιστα, όπως μας είπε η τροφός του, έβαζε μόνος του τα πράγματά του στη βαλίτσα του γιατί ήθελε να φύγει πλέον από εκεί. Νομίζω ότι εκείνο το βράδυ, όταν τον άφηνα και τον έβλεπα να κλαίει, ήταν η πιο ψυχοφθόρα νύχτα της ζωής μου. Αισθάνθηκα πραγματικά τον αποχωρισμό. Αισθάνθηκα η μητέρα του».
Οι πρώτες ημέρες στο σπίτι κύλησαν πολύ ήρεμα, όπως μου εκμυστηρεύεται. «Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ως θετή μητέρα δεν δικαιούμουν άδεια λοχείας. Είναι πραγματικά τραγικό. Γιατί ίσα ίσα ένα τέτοιο παιδί σε χρειάζεται περισσότερο τις πρώτες ημέρες κοντά του. Εχει βιώσει ήδη μία φορά τον αποχωρισμό. Θυμάμαι καμιά φορά όταν βράδιαζε και χρειαζόταν να πάμε στο σουπερμάρκετ, παρ’ όλο που φυσικά έμεναν οι γονείς μου μαζί του, τον έβρισκα στο παράθυρο να μας περιμένει και να κλαίει». Η ιστορία της Μ.Μ. εξελίχθηκε ομαλά. «Ενάμιση χρόνο μετά την αναδοχή αιτηθήκαμε της υιοθεσίας του στον εισαγγελέα. Εγινε το πρώτο δικαστήριο που δίνει περιθώριο στη βιολογική του οικογένεια να τον αναζητήσει. Ο γιος μας δεν είχε καμία επαφή με τη βιολογική του οικογένεια. Ετσι τελικά προχωρήσαμε στο δεύτερο δικαστήριο και βγήκε η οριστική απόφαση της υιοθεσίας».
Ο γιος της γνωρίζει από την αρχή κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας του. «Είχαμε αγοράσει κάποια παραμύθια με ζωάκια, τα οποία όλα ήταν υιοθετημένα. Ετσι του παρουσιάσαμε και τη δική του ιστορία, σαν παραμύθι. Δεν του έχουμε κρύψει τίποτα. Καμιά φορά σήμερα μου ζητά να του τη διηγηθώ. Ξεκινάμε, αλλά δεν θέλει να την ακούσει ολοκληρωμένη. Σαν να είναι αυτή μια άμυνά του. Με διακόπτει και μου λέει: «Θα ήθελα να έχω βγει από τη δική σου κοιλίτσα». Μάλιστα, είναι μια χαρακτηριστική κίνηση που κάνει. Ακόμη και τώρα που μεγαλώνει, με το που θα γυρίσω από τη δουλειά, θα με χαϊδέψει στην κοιλιά. Σαν να υπάρχει ένα αγκαθάκι μέσα του».
Τη ρωτώ αν την προβληματίζει η στιγμή που ο γιος της πιθανώς θα θελήσει να αναζητήσει και να γνωρίσει τη βιολογική του οικογένεια. «Μα είμαι υπέρ τού να τους γνωρίσει. Καμιά φορά με ρωτάνε πώς αισθάνομαι για αυτή τη γυναίκα που τον άφησε. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη. Χάρη σε αυτήν έγινα και εγώ μητέρα. Δεν μπορείς να κρίνεις κανέναν. Δεν ξέρω πώς μπορεί να έφτασε σε αυτή την απόφαση. Θα ήθελα ο γιος μου να τη γνωρίσει και θα του προσφέρω κάθε βοήθεια για αυτό». Λίγο προτού τελειώσει η συνομιλία μας μου λέει: «Θα σας πω κάτι που μπορεί να φανεί πολύ συναισθηματικό, μελό, εγωιστικό. Αλλά θέλω να το γράψετε. Αν ο γιος μου ήταν το βιολογικό μου παιδί, αισθάνομαι ότι δεν θα τον αγαπούσα τόσο. Το βιολογικό σου παιδί το νιώθεις δεδομένο, κάτι που έρχεται σαν φυσική συνέχεια μιας σχέσης με τον σύντροφό σου. Και σας το λέω από βάθος ψυχής. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να φοβούνται να προχωρήσουν στην αναδοχή και στην υιοθεσία. Μακάρι να ήταν πιο εύκολη αυτή η διαδικασία. Προσωπικά, σκέφτομαι να υιοθετήσω και δεύτερο παιδί, και ήδη έχω εκφράσει την επιθυμία μου αυτή».
Στην οδό Τσόχα 5 στεγάζεται το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας της Περιφέρειας Αττικής. H πρόεδρος του Κέντρου, Σοφία Κωνσταντέλλια, μας υποδέχεται στο γραφείο της. Το πρώτο ερώτημα που της θέτω είναι το ζήτημα της τεράστιας αναμονής για μια υιοθεσία, αναμονή που μπορεί να αγγίξει και τα τέσσερα χρόνια. Ευθύνεται η τεράστια γραφειοκρατία; «Οχι. Το ερώτημά σας συνδέεται με το πόσα παιδιά είναι διαθέσιμα στα κρατικά ιδρύματα» μου απαντά ξεκάθαρα και συνεχίζει: «Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο νόμος ορίζει ότι έχουν δικαίωμα να εφαρμόζουν τον θεσμό της υιοθεσίας τα εξής ιδρύματα: το Παράρτημα Προστασίας Παιδιού «Η Μητέρα», το Αναρρωτήριο (πρώην ΠΙΚΠΑ) Πεντέλης και οι παιδοπόλεις «Αγιος Ανδρέας» και «Αγία Βαρβάρα», καθώς και το Δημοτικό Βρεφοκομείο «Αγιος Στυλιανός» στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα, κάποια άλλα ιδρύματα (ΝΠΙΔ) δίνουν λίγα παιδιά για τεκνοθεσία μέσω προσωρινής αναδοχής. Αυτή είναι πάντως μια πρακτική που δεν είναι ακόμη θεσμοθετημένη ώστε να την ακολουθούν. Οπως καταλαβαίνετε, το Κέντρο μας δέχεται 250-300 αιτήσεις τον χρόνο, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν κατά μέσο όρο 80 παιδιά τον χρόνο διαθέσιμα προς υιοθεσία σε όλα τα κρατικά ιδρύματα. Για την εξέταση τόσων αιτήσεων οι τρεις κοινωνικοί λειτουργοί που καλούνται να τις εξετάσουν, να πραγματοποιήσουν μια πλήρη ενδοοικογενειακή μελέτη, αλλά και να παρακολουθήσουν τις υιοθεσίες που ήδη έχουν διεκπεραιωθεί είναι ελάχιστοι. Κάνουμε και κάνουν και οι ίδιοι υπεράνθρωπες προσπάθειες. Ηδη ο χρόνος αναμονής έχει μειωθεί αρκετά και αυτή τη στιγμή στους κοινωνικούς λειτουργούς έχουν «χρεωθεί» τα ζευγάρια που έκαναν αίτηση το 2015».
Ωστόσο η κυρία Κωνσταντέλλια δηλώνει αισιόδοξη. «Πιστεύω ότι ο νέος νόμος, ο οποίος θα δοθεί σύντομα σε διαβούλευση, θα λύσει σε έναν βαθμό αυτό το θέμα. Ουσιαστικά πρόκειται να «απελευθερώσει» περισσότερα παιδιά. Δηλαδή κανένα ίδρυμα δεν θα μπορεί να κρατά ένα παιδί και να μην το δίνει για υιοθεσία, εφόσον έχει εξαντληθεί κάθε περιθώριο να επιστρέψει στη βιολογική του οικογένεια. Γιατί, δυστυχώς, βλέπουμε παιδιά που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν να μεγαλώνουν στα ιδρύματα και να βγαίνουν στα 18 τους στην κοινωνία αστήριχτα, χωρίς καμία οικογένεια».
 Ενα πάρα πολύ μεγάλο θέμα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι αυτό των ιδιωτικών υιοθεσιών. Οι ιδιωτικές υιοθεσίες γίνονται ουσιαστικά χωρίς τη διαμεσολάβηση ιδρύματος, με την Κοινωνική Υπηρεσία της Περιφέρειας να πραγματοποιεί την κοινωνική έκθεση λίγο πριν από το δικαστήριο. «Είναι πραγματικότητα ότι στην ιδιωτική υιοθεσία ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένας έλεγχος σε ποια οικογένεια δίνεται το παιδί. Πολλές φορές μάλιστα οι οικογένειες ειδοποιούν την Κοινωνική Υπηρεσία μήνες μετά, αφού έχουν πάρει το παιδί στο σπίτι. Αμέσως μετά η κοινωνική υπηρεσία πρέπει να συνεργαστεί με τη βιολογική μητέρα, η οποία όμως τις περισσότερες φορές έχει ήδη εξαφανιστεί, αφήνοντας απλά τη συναίνεσή της για την υιοθεσία σε έναν συμβολαιογράφο. Ετσι γίνεται μια εκτίμηση της οικογένειας και ευχόμαστε όλοι να είναι για το καλό του παιδιού. Μάλιστα, ακόμη και αν η έκθεση του κοινωνικού λειτουργού είναι αρνητική για την οικογένεια, σχεδόν ποτέ δεν έχει απορριφθεί η υιοθεσία από το δικαστήριο».

«Τίθεται λοιπόν ένα ουσιαστικό και νομικό ζήτημα» τονίζει η Σοφία Κωνσταντέλλια. «Στην πράξη, αν μια μητέρα με επαρκή κρίση και συνείδηση των πράξεών της εκτιμά ότι δεν μπορεί να μεγαλώσει το παιδί της και αποφασίσει να το δώσει για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι που εμπιστεύεται, καθώς πιστεύει ότι αυτό είναι το καλύτερο για το παιδί, δεν υπάρχει ιδανικότερη λύση. Ολοι όμως γνωρίζουμε ότι τις περισσότερες φορές πίσω από ιδιωτικές υιοθεσίες κρύβονται οικονομικές συναλλαγές. Δυστυχώς άλλοι, ξένοι, που δεν έχουν σχέση με το παιδί, που τα κίνητρά τους δεν έχουν να κάνουν με την προστασία του ή με την προστασία της μητέρας, είναι αυτοί που αποφασίζουν. Μάλιστα, έχουμε δει κάποιες φορές αυτές τις οικογένειες, ακριβώς επειδή δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες, να επιστρέφουν τα παιδιά που υιοθέτησαν σε κρατικά ιδρύματα. Πάντως ο νέος νόμος αναμένεται να ρυθμίσει και αυτό το θέμα».

Η Α.Γ. είναι σήμερα μητέρα ενός 14χρονου αγοριού. «Πάντα ήθελα μια οικογένεια με πολλά παιδιά. Το 2004 αποφάσισα να προχωρήσω σε ιδιωτική υιοθεσία. Δεν σας κρύβω ότι υπάρχουν πολλά κυκλώματα. Ευτυχώς δεν μπλέξαμε. Υπήρξε ένας γυναικολόγος, ο οποίος υποτίθεται ότι είχε επαφή με μια κοπέλα που θα γεννούσε σε ένα χωριό και μας ζήτησε 90.000 ευρώ για να υιοθετήσουμε το παιδί. Εμείς οι γυναίκες εύκολα μπορούμε να πέσουμε θύματα. Αν δεν ήταν ο σύζυγός μου να με συγκρατήσει, ήμουν διατεθειμένη να υποθηκεύσω το σπίτι μας. Τελικά, μέσω ενός γνωστού, βρέθηκε ένα ζευγάρι αλλοδαπών, από την Αλβανία. Ηταν πολύ νέα παιδιά. Η κοπέλα είχε μείνει έγκυος, αλλά είχαν ήδη αποφασίσει να χωρίσουν. Θέλησαν να μας δώσουν το παιδί ώστε να το υιοθετήσουμε. Για εννέα μήνες την παρακολουθούσε ο γυναικολόγος μου. Ανέλαβε τον τοκετό της. Εγώ δεν θέλησα να τη γνωρίσω. Νομίζω ότι δεν θα έκανε καλό ούτε σ’ εμένα ούτε σ’ εκείνη. Την είδα πρώτη φορά στο δικαστήριο, όταν έγινε η πράξη της υιοθεσίας».

Για την ίδια, η ημέρα της γέννησης του γιου της ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής της. «Το παιδί μου γνωρίζει όλη την ιστορία του. Ευτυχώς δεν είχαμε ενοχλήσεις από τη βιολογική του οικογένεια. Αναμένω ότι κάποια στιγμή θα θελήσει να τους ψάξει. Θα τον βοηθήσω να τους βρει. Θέλω να είμαι ο ενδιάμεσος. Τουλάχιστον, έτσι το σκέφτομαι τώρα. Τι να σας πω; Δεν έχουμε κάνει αυτή την κουβέντα».
Η 39χρονη Δ.Ε. είναι η ανάδοχη μητέρα ενός τρίχρονου αγοριού και δυστυχώς, όπως ομολογεί, δεν συνάντησε πάντα την αναμενόμενη συμπεριφορά από το περιβάλλον της. «Οταν αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην αναδοχή του παιδιού, όπως κάθε φυσιολογικό ζευγάρι, θέλαμε να το μοιραστούμε με τους φίλους μας» αναφέρει. «Υπήρξε ένα ζευγάρι, με το οποίο κάναμε στενή παρέα επί 15 χρόνια. Θα θυμάμαι για πάντα την αντίδρασή τους. «Aπαπα» είπε η φίλη μου. «Eγώ δεν τα μπορώ αυτά τα πράγματα». «Θα σας συστήσουμε έναν καλό γιατρό, ώστε να γίνετε «κανονικοί» γονείς. Για να γίνεις κανονική μητέρα πρέπει να το γεννήσεις το παιδί» συνέχισε ο σύζυγός της. Είχα παγώσει. Τους κοίταζα αποσβολωμένη. Δεν ήταν άνθρωποι ακαλλιέργητοι. Ο άνδρας, μάλιστα, ήταν και δάσκαλος. «Σας ευχαριστώ για τις απόψεις σας. Aυτό που μου λέτε είναι να αναπαράξω το DNA μου και να αφήσω έναν άνθρωπο στο ίδρυμα» τους απάντησα και έφυγα. Αργότερα προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον σύζυγό μου. Δεν μας ζήτησαν συγγνώμη. Ισχυρίστηκαν πως ό,τι είπαν το έκαναν για το καλό μας. «Θα ήσουν η μοναδική για την οποία θα δεχόμουν να γίνω παρένθετη μητέρα» τόνισε μάλιστα η φίλη μου. Πλέον δεν μιλάμε».
Η Δ.Ε. είχε μία ακόμη δυσάρεστη εμπειρία, αυτή τη φορά από το συγγενικό της περιβάλλον. «Είχε έρθει ένας συγγενής μας στο σπίτι. Ο γιος μου ήταν δύο ετών και ήδη μιλούσε και αντιλαμβανόταν τα πάντα. Ενώ το παιδί ήταν μπροστά, εκείνος ρώτησε δείχνοντάς το: «Aπό πού είναι αυτό;». Γυρνάει ο μικρός και του λέει: «Είμαι από το τάδε ίδρυμα». Toν αποστόμωσε». Την ίδια στιγμή όμως, όπως μου εξηγεί, την ενοχλεί και ο μανδύας του «αγίου» που πολλές φορές περιβάλλει τα ζευγάρια τα οποία προχωρούν σε υιοθεσία. «Δεν θα ήθελα να διαχωρίζεται η γέννα από την υιοθεσία. Και οι μεν και οι δε παιδί μεγαλώνουμε. Σου λένε: «Είσαι άγιος». Tι άγιος; Επειδή το παιδί που μεγαλώνεις δεν έχει το DNA σου; Σημαίνει ότι έκανες κάποια υποχώρηση; Αγιος θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως κάποιος που μεγαλώνει ένα παιδί με βαριά αναπηρία. Εκεί χρειάζεται πολλή προσπάθεια, μεγάλη δύναμη ψυχής. Είτε πρόκειται για το βιολογικό, είτε για το θετό σου παιδί. Και πάλι δεν θέλω να το διαχωρίζω».
Η τελευταία μητέρα με την οποία συνομιλώ είναι η Γ.Κ., μια δυναμική γιατρός που κατοικεί στην επαρχία. Η κόρη της είναι σήμερα οκτώ ετών. Συνομιλούμε πολύ πρωινή ώρα, ενώ βρίσκεται στο ιατρείο της. «Απέκτησα την κόρη μου σχεδόν τυχαία» μου εκμυστηρεύεται. «Προσπαθούσα χρόνια να κάνω παιδί. Είχα πραγματοποιήσει 17 εξωσωματικές. Στην τελευταία έχασα το μωρό στον όγδοο μήνα και δεν ήθελα πλέον να ακούσω τίποτε για το κεφάλαιο «παιδί». Είπα στον σύζυγό μου «τέρμα αυτή η ιστορία. Πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας». Είχαμε άλλωστε μια γεμάτη ζωή. Τότε ήρθε στο ιατρείο μια μητέρα με το κοριτσάκι της. Η μαμά ήταν ξανθιά, η κόρη μελαχρινή. «Δεν σας μοιάζει» παρατήρησα γελώντας. «Είναι η ανάδοχη κόρη μου» απάντησε. Επειτα από 15 ημέρες, εντελώς τυχαία πάλι, γνώρισα έναν δικηγόρο ο οποίος μού μίλησε για τα Παιδικά Χωριά SOS και για τον γενικό διευθυντή τους, τον Γιώργο Πρωτόπαππα. Δύο περιστατικά σε 15 ημέρες. Βασίζομαι πολύ στο ένστικτό μου. Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε αναδοχή. Περάσαμε όλο το στάδιο της προετοιμασίας. Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2013 και τελειώσαμε τον Απρίλιο του 2014. Πλέον ήμασταν σε αναμονή για κάποιο παιδάκι».
Το καλοκαίρι, καθώς ταξίδευε προς τη Σαντορίνη, το τηλέφωνό της χτύπησε. Της πρότειναν ένα κοριτσάκι ηλικίας έξι ετών. «Αρχικά δεν σας κρύβω ότι ήθελα ένα πιο μικρό παιδί, ένα μωρό. Τέτοια μυαλά είχα τότε. Εκείνη τη στιγμή, όμως, κάτι μέσα μου με έσπρωξε και είπα κατευθείαν το «ναι». Την κόρη μου την είχε αφήσει η βιολογική της μητέρα δυόμισι ετών στο Παιδικά Χωριά SOS. Ουσιαστικά ήταν έφηβη όταν τη γέννησε. Φανταστείτε ότι την πρώτη φορά που πήγα να τη δω με τον σύζυγό μου, η μικρή μού έδειξε μια φωτογραφία της μαμάς της. Με τη μητέρα της είχε μόνο τηλεφωνική επικοινωνία, μία φορά στους δύο ή στους τρεις μήνες. Ουσιαστικά ζούσε με το φάντασμά της. Ετσι, αφού είχαν δοθεί ευκαιρίες στη βιολογική της μητέρα να την πάρει πίσω και εκείνη αδυνατούσε, αποφασίστηκε το παιδί να δοθεί για αναδοχή».

Τη ρωτώ αν αυτή η τηλεφωνική επικοινωνία της μικρής με τη φυσική της μητέρα την ενοχλούσε. «Με όλη μου την ειλικρίνεια θα σας πω πως ναι, με ενοχλούσε. Το διάστημα που ήμασταν ανάδοχοι, προτού αιτηθούμε της υιοθεσίας στον εισαγγελέα, μου είχαν πει ότι η βιολογική της μητέρα είχε κάθε δικαίωμα να επικοινωνεί μαζί της. Θεωρούσα ότι με αυτόν τον τρόπο το παιδί θα έμπαινε σε μια διαδικασία διχασμού. Τελικά, όταν εντοπίστηκε η μητέρα της και ενημερώθηκε ότι το παιδί θα δινόταν για αναδοχή, μόνη της αποφάσισε να μην έρθει ξανά σε επικοινωνία μαζί του. Για αυτή τη γυναίκα αισθάνομαι μόνο ευγνωμοσύνη. Εύχομαι να είναι καλά όπου είναι».

Αναρωτιέμαι πώς είναι να μεγαλώνει ένα υιοθετημένο παιδί σε μια επαρχιακή πόλη. «Δεν έχω να θυμάμαι τίποτε άσχημο. Ολοι αγκάλιασαν το παιδί μου. Μία φορά μόνο ίσως είχαμε ένα περιστατικό που την πλήγωσε. Η καλύτερή της φίλη είναι και εκείνη δυναμική σαν την κόρη μου. Ημασταν στην πλατεία και τσακώθηκαν. «Aυτή δεν είναι η πραγματική σου μαμά. Η μαμά σου σε παράτησε» άρχισε να της φωνάζει. Η κόρη μου τα είχε χάσει ειλικρινά. Και εγώ είχα παγώσει. Ευτυχώς, παρενέβη ο πατέρας του άλλου παιδιού. Υστερα την έπιασα και εγώ τη μικρή. Φυσικά, δεν τη μάλωσα. Τι έφταιγε και αυτό το κοριτσάκι; «Aφού είστε φίλες και την αγαπάς, γιατί θέλεις να την πληγώσεις; Σου εμπιστεύτηκε ένα μεγάλο της μυστικό. Τι πάει να πει δεν είμαι εγώ η μαμά της; Αφού εγώ τη μεγαλώνω. Είναι σαν να την έχω γεννήσει 100 φορές» της είπα».
Οπως μου εξηγεί η Γ.Κ., η κόρη της είναι ένα ιδιαίτερα χαρισματικό, ευτυχισμένο παιδί. Αριστη μαθήτρια, παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής, μπαλέτου, ελληνικών χορών, παίζει πιάνο, βόλεϊ. «Τρέχουμε και δεν φτάνουμε, αλλά με μεγάλη ευχαρίστηση. Δεν της επιβάλλω τίποτε, εκείνη το θέλει. Είναι ένα παιδί γεμάτο όρεξη, που δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα στην ανάπτυξή του. Για αυτόν τον λόγο πιστεύω ότι στα δυόμισι χρόνια που παρέμεινε με τη βιολογική της μητέρα πήρε πολλή αγάπη. Το ίδιο συνέβη και στα Παιδικά Χωριά SOS, που πραγματικά κάνουν υπέροχη δουλειά, και προσωπικά θέλω να ευχαριστήσω και την κοινωνική λειτουργό Πηνελόπη Βασταρούχα, που για 18 ολόκληρους μήνες, όσο διήρκεσε η αναδοχή, ήταν δίπλα μας».
Αλήθεια, πόσο εύκολη ήταν η προσαρμογή ενός παιδιού έξι χρόνων στη νέα του οικογένεια; «Δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα. Ολα κύλησαν τόσο ομαλά. Θυμάμαι στην αρχή, όταν βρισκόμασταν στο στάδιο της γνωριμίας με τη μικρή και δεν την είχαμε πάρει ακόμη στο σπίτι, με ρωτούσαν διάφοροι γνωστοί αν με φωνάζει μαμά. Δεν με είχε προβληματίσει αυτό. Αλλωστε, δεν θα μπορούσα να είχα τέτοια απαίτηση από ένα παιδί που δεν με γνώριζε καλά. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η κόρη μου στην πρώτη τηλεφωνική μας επικοινωνία μού εξέφρασε από μόνη της την επιθυμία της να με λέει μαμά. Την πρώτη φορά που ήρθε σπίτι, θυμάμαι, αφού τακτοποίησα τα ρούχα της, βρήκα στη βαλίτσα της το άλμπουμ με φωτογραφίες της βιολογικής μητέρας της με εκείνη μωρό. Της το άφησα επάνω στο κρεβάτι. «Γλυκιά μου, είναι και εκείνη μαμά σου» της είπα «και μπορείς να βάλεις το άλμπουμ σου όπου θέλεις στο δωμάτιό σου.» Της είχα αγοράσει ένα μπαούλο για να βάζει τα παιχνίδια της. Θέλησε να βάλει εκεί το άλμπουμ. Ειλικρινά, με στενοχωρούσε αυτή η εικόνα. Αφού πέρασαν μερικοί μήνες τής είπα: «Nομίζω ότι δεν είναι σωστό να είναι έτσι πεταμένες οι φωτογραφίες μέσα στο μπαούλο. Θέλεις να βάλουμε το άλμπουμ στη βιβλιοθήκη, δίπλα στις δικές μας;». Το δέχτηκε».
Οπως μου εκμυστηρεύεται, περνώντας ο καιρός η μικρή άρχισε να αναπτύσσει πολλές φορές ακόμη και θυμό για τη βιολογική της μητέρα. «Θυμάμαι, κάποια στιγμή που τρώγαμε, μου είπε: «Aν εμφανιστεί ποτέ και θέλει να με πάρει πίσω, εγώ θα της πω ότι δεν πάω πουθενά. Πλέον έχω μαμά, μπαμπά και τέσσερα σκυλάκια. Εχω οικογένεια. Οταν εγώ σε ήθελα, εσύ πού ήσουν;». Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είμαστε ίδιοι. «Βλέπεις αυτά τα αδέσποτα; Η μαμά τους δεν κατάφερε να τα κρατήσει στη φωλιά τους. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν τα αγαπούσε». Αυτές οι συνομιλίες που σας περιγράφω έγιναν τους πρώτους έξι μήνες. Από εκεί και πέρα δεν μου ανέφερε τίποτε ξανά για τη βιολογική της μητέρα. Μεγαλώνοντας, αν φυσικά θελήσει να τη γνωρίσει, εγώ θα σταθώ δίπλα της. Είναι ποτέ δυνατόν να φοβηθώ τη μάνα που έφερε το παιδί μου στον κόσμο; Σημασία έχει τι μπορώ εγώ να δώσω στην κόρη μου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μαζί της. Και είναι ένα ωραίο ταξίδι αυτό».
Πηγή: http://www.tovima.gr