Δεν θα σε αφήσω ποτέ να φύγεις, ακούς;

0
Σου είχα μιλήσει ανοιχτά, από την πρώτη μέρα που ενωθήκαμε, που τα σώματα, η ψυχή και η καρδιά μας έγιναν ένα. Δεν θα φύγεις από κοντά μου, θα είσαι πάντα εδώ μαζί μου. Ναι το ξέρω μπορεί να σου ακούστηκε τελεσίδικο και εγωιστικό αλλά δεν ήθελα να σου κρυφτώ, αλλά ακόμα και αν το ήθελα γνώριζα πολύ καλά πως δεν μπορούσα. Είχες τόση επιρροή επάνω μου, που καταλάβαινες τα πάντα, άρα ήξερες τι σκεφτόμουν. Προφανώς λοιπόν το να κρυφτώ από εσένα ήταν μάταιο.

Για εμένα οι καρδιές μας ήταν από το πρώτο λεπτό ένα. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς καρδιά, οπότε δεν θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς να υπάρχεις στη ζωή μου. Σπάνιο θα το έλεγαν κάποιοι, εγώ πάλι πάντα το χαρακτήριζα και ακόμη και μέχρι σήμερα το λέω αναμενόμενο.

Η σχέση μας αρκετά δύσκολη, ειδικά στις αρχές, αλλά το προσπαθούσαμε και οι δύο. Μπορεί ποτέ να μην παραδέχτηκες με λόγια ότι και εσύ πάλευες για εμάς αλλά το καταλάβαινα. Το αισθανόμουν, η επικοινωνία δεν χρειάζεται πάντα λέξεις εξάλλου. Είχα πείσει τον εαυτό μου για τα καλά πως κάθε αρχή είναι δύσκολη, πως υπάρχουν προβλήματα αλλά με το πέρασμα του χρόνου όλα θα λυθούν. Άσχετα που έκλαιγα κρυφά τα βράδια, που πάλευα με κάθε κρυφή ή φανερή μου δύναμη να πω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι όλα πάνε καλά μεταξύ μας, ότι δεν θα φύγεις από την ζωή μου.

Τελικά στην πορεία αποδείχθηκε λάθος η θεωρία που είχα καλλιεργήσει μέσα μου. Ο χρόνος δεν καλυτέρευε τα πράγματα αλλά τα έκανε όλο και χειρότερα. Εκεί ξεκίνησε ο πανικός. Κάθε πρωί που ξυπνούσα η αναπνοή μου έβγαινε με δυσκολία, και εσύ δεν μου έδινες μια εξήγηση, μια ελπίδα. Δεν σε κατηγορώ ήξερα ότι στην παρούσα φάση ήταν και για σένα αδύνατον να πεις πολλά. Ήξερα όμως ότι και εσύ με βαριά καρδιά ξυπνούσες, γνώριζα πως και εσύ πάλευες να το σώσουμε, ήξερα πως και εσύ κάθε που ξυπνούσες βαριανάσαινες, και πίστεψε με αυτό με πονούσε ακόμα πιο πολύ. Αυτό με σκότωνε.

Έτσι πήρα την απόφαση, ξύπνησα ένα πρωί και προσπάθησα να μην σκέφτομαι πλέον το τέλος μας, αλλά να παλέψω για να είμαστε μαζί. Δεν είχα ξαναορκιστεί στην ζωή μου, εκείνη την μέρα έδωσα τον πρώτο μου όρκο. Θυμάμαι τα λόγια μου ολοκάθαρα, τα πάντα ολοκάθαρα. Μόνη σε ένα παγκάκι, έβρεχε αλλά δεν έκανε κρύο. Σήκωσα το κεφάλι και ορκίστηκα «Ακόμα και αν τα βουνά μπουν μπροστά μου, ακόμα και αν οι θάλασσες σηκώσουν τα πιο βαριά κύματα τους, ακόμα και αν χρειαστεί να κάνω την πιο μεγάλη θυσία στο ορκίζομαι πως δεν θα σε αφήσω να φύγεις, σε αγαπάω και με αγαπάς και τίποτα, κανείς δεν θα μας χωρίσει.»

Δεν είπα σε κανέναν για εκείνο τον όρκο, αλλά λες και η απόγνωση του χωρισμού μας φαινόταν στα μάτια μου, σχεδόν όλοι όσοι με ήξεραν το καταλάβαιναν. Άκουσα πολλά λόγια, από πολύ κόσμο. Κάποιοι μάλιστα έβγαλαν το συμπέρασμα πως έπαθα εμμονή μαζί σου, πως άρχισα να χάνω τα λογικά μου.

Οι λέξεις έπεφταν βροχή, μεταξύ μας τα πράγματα ήταν πλέον πολύ δύσκολα, και στα δύσκολα οι άνθρωποι μοιράζουν συμβουλές. Όχι για κακό, απλά εγώ δεν ήθελα να τις ακούσω.

Φράσεις όπως «Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνεις. Είσαι νέα έχεις όλη την ζωή μπροστά σου. Έχεις χάσει τον εαυτό σου. Καταστρέφεσαι για μια ιστορία με προδιαγεγραμμένο τέλος. Το ήξερες βρε κοπέλα μου από την αρχή γιατί δεν το τέλειωνες τότε να μην βασανίζεσαι ούτε εσύ ούτε εκείνος» ήταν πλέον καθημερινό φαινόμενο για εμένα. Έκλεινα τα αυτιά μου αλλά βαθιά μέσα μου με πονούσαν οι λέξεις τους.

Ναι το ήξερα από την αρχή ότι θα ήταν δύσκολο αλλά πίστεψα πως ο χρόνος θα μας κάνει καλό, μετά ούτε αυτό πέτυχε ο χρόνος μας φέρθηκε σκληρά, αλλά πως γίνεται μια τέτοια σχέση να την αφήσω να φύγει χωρίς να παλέψω; Αυτό μου έδινε δύναμη και ας ένιωθα πλέον μέχρι και εγώ η ίδια πως είχες κουραστεί πολύ.

Την μέρα που αισθάνθηκα ότι πλέον έπαψες να το παλεύεις, ότι απομακρυνόσουν όλο και πιο πολύ από εμένα ότι κάθε δάκρυ μου, κάθε κρίση πανικού, κάθε προσευχή μου δεν έπιασε, δεν θα την ξεχάσω. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, σε κατάλαβα μέσα στον ύπνο μου. Έφευγες, με άφηνες. Πετάχτηκα από το κρεβάτι φωνάζοντας σου, ικετεύοντας να μην το κάνεις, περάσαμε τόσα, ξεπεράσαμε άλλα τόσα κατηγορούσα τον εαυτό μου έκλαιγα σε βαθμό υστερίας, η φωνή μου γινόταν κραυγή ΜΗΝ ΦΕΥΓΕΙΣ ούρλιαζα και μετά απλά κατέρρευσα.

Ξύπνησα την επόμενη μέρα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Ο πόνος που ένιωθα στην ψυχή μου όταν είδα ότι δεν ήσουν μαζί μου δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με το χειρότερο βασανιστήριο.

Δεν μπορούσα να κουνηθώ, ούτε να μιλήσω, δεν ήθελα να μιλήσω, δεν ήθελα να ξέρω καν ποιοι είχαν έρθει να με δουν, άκουγα γνώριμες φωνές έξω από το δωμάτιο, οι γονείς μου και η αδερφή μου σίγουρα ήταν εκεί ξεχώρισα τον ήχο της φωνής τους, αλλά δεν ήθελα να δω κανέναν. Εσένα ήθελα να δω, δίπλα μου να με κοιτάς αλλά ήμουν μόνη, δεν ήσουν εκεί, θυμήθηκα το προηγούμενο βράδυ, έφευγες μέσα στην νύχτα.

Την πικρή ανάμνηση της προηγούμενης βραδιάς την σταμάτησε η είδος του γιατρού στο δωμάτιο. Πόσο χειρότερο να γίνει; Δεν ήθελα να ακούσω κανέναν, ειδικά γιατρούς. Δεν ήμουν άρρωστη, κατεστραμμένη ήμουν, κανένα ιατρικό αισιόδοξο πόρισμα δεν θα με παρηγορούσε. Και τότε άρχισε να μιλάει. «Κυρία μου, σε Θεούς δεν πίστεψα ποτέ, ούτε σε θαύματα, αλλά ίσως αρχίσω να πιστεύω, η εγκυμοσύνη σας ήταν για μένα χαμένη υπόθεση, και για κάθε έμπειρο ιατρό, δεν ξέρω πως αλλά χθες που μεταφερθήκατε εδώ, γεννήσατε με καισαρική ένα υγιέστατο αγοράκι, λίγο αδύνατο αλλά με κανένα παθολογικό πρόβλημα. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα στην εγκυμοσύνη σας και το ξέρατε από την αρχή, το πως τα καταφέρατε και οι δύο μόνο εσείς το γνωρίζετε».

Και τότε μπήκες μέσα, σε κρατούσε μια νοσηλεύτρια μέσα σε ένα γυάλινο καροτσάκι. Δάκρυα χαράς στην πρώτη μας επαφή ΕΥΤΥΧΙΑ.

Τελικά τα νικήσαμε και τα βουνά και τις θάλασσες. Και πλέον όταν μου ζητάς να σου πω την ιστορία της γέννησης σου, σε πάω στο παγκάκι που κάποτε είχα ορκιστεί και απλά σου ψιθυρίζω… «Δεν θα σε άφηνα ποτέ να φύγεις.»

Της Δέσποινας Μανάκου

Πηγή: thebluez.gr