Σ’ αγαπώ κι ας μη με ξέρεις….

0

Αγαπηθήκαμε όπως ποτέ δεν αγαπήθηκε κανείς. Ζήσαμε τα ταξίδια, τις διακοπές, τους φίλους, τις παρέες, τα πάρτυ στην αμμουδιά. Και μετά ο γάμος μας, τα παιδιά μας, οι αγωνίες μας, η παραίτησή μου, η απόλυσή σου. Κι αν εμείς δεν τα θυμόμαστε, τα θυμούνται οι κορνίζες στα ράφια, στα γραφεία και στα σερβάν, τότε που αγαπιόμασταν και ντύναμε κάθε γωνιά του σπιτιού με ό,τι νιώθαμε. Με νιώθεις;

Ήρθε μια μέρα που τα όνειρά μου για καριέρα, εξανεμίστηκαν κι έγιναν στοίβες άπλυτα στο μπάνιο κι ένα βουνό ασιδέρωτα. Λεκέδες από γάλα στα μπλουζάκια μου, ατέλειωτες άδειες κάθε που αρρώσταιναν τα παιδιά, ξενύχτια πάνω από τα πρώτα τους τα δόντια και μετά η παραίτηση. Πρώτα από τη δουλειά. Δεν τέθηκε καν θέμα ποιός θα άφηνε τη δουλειά για να φροντίσει τα παιδιά, η απάντηση εδώ είναι μονόδρομος. Αδιανόητο για τον άντρα, αυτονόητο για τη γυναίκα. Το δέχτηκα αδιαμαρτύρητα να αλλάξει η ζωή μας, προς το καλύτερο νόμιζα. «Θα ζήσω τα παιδιά μου από κοντά, δεν θα μου τα μεγαλώνουν ξένοι» σκέφτηκα. Και ζαχάρωνα το χάπι. Γιατί στο τέλος η ξένη έγινα εγώ…

Η πίεση κι οι ευθύνες, θηλειά σου στο λαιμό μου. Και η παραίτηση από τη δουλειά, έγινε παραίτηση από μένα. Αγαπούσα τα παιδιά μου, έπαιζα μαζί τους, χαιρόμουν που τα έβλεπα να μεγαλώνουν. Μα δεν είχα χρόνο και διάθεση για μένα. Ούτε μισή ώρα. Ούτε μισό χαμόγελο. Γιατί όταν κοιμόντουσαν έπρεπε να κάνω δουλειές. Κι όταν έλειπαν στο σχολείο,πάλι έκανα δουλειές. Κι  όταν επέστρεφες απ’ τη δουλειά και τα’ θελες όλα έτοιμα,  ξόδευα ό,τι είχα και δεν είχα μέσα μου, για τις δουλειές. Γιατί με τον καιρό ξέχασα πως η δουλειά μου κι η δική σου ήταν να αγαπιόμαστε. Γιατί απ΄αυτή την αγάπη γέμισαν τα ράφια μας κορνίζες και οι κούνιες μας μωρά. Γιατί από’ κει αρχίσαν όλα…

Τα παιδιά μας μεγάλωναν κι η αγάπη μας μίκραινε. Εκείνα άνοιγαν φτερά για να πετάξουν κι εμείς τα ανοίγαμε για να πετάξουμε το εγώ μας. Το φτάσαμε τόσο ψηλά, που μόλις άγγιξε τον ήλιο, κάηκε η αγάπη. Σαν τον Ίκαρο που ‘λιώσαν τα φτερά του…

Δυο χρόνια τώρα, στο ίδιο κρεβάτι χώρια. Κι όταν γυρνάς τη πλάτη σου, ξέρω πως δεν κοιμάσαι. Τις Κυριακές καθόμαστε με τα παιδιά να φάμε όλοι μαζί και παριστάνουμε το μαζί. Όσο εκείνα μεγαλώνουν τόσο η αγάπη μας μικραίνει. Εκείνα ανοίγουν τα φτερά τους να πετάξουν κι εμείς τα ανοίγουμε για να πετάξουμε το εγώ μας όσο πιο ψηλά μπορούμε. Ψηλά να΄ναι κι ό,τι να ΄ναι…

Τώρα κανείς δεν ξέρει που ξενυχτάει ο άλλος, που βρίσκεται, τι κάνει στη ζωή και στη δουλειά του.
Τώρα έχω άφθονο χρόνο αλλά δεν έχω αγάπη.
Τώρα έχω λιγότερες ευθύνες αλλά δεν έχω υπομονή.
Τώρα έχω έναν άντρα στα χαρτιά μα όχι μέσα μου.

Σ’ αγαπώ κι ας μην θυμίζεις τίποτα απ’ όσα ονειρεύτηκα.

Σ΄αγαπώ κι ας μην θυμίζω τίποτα απ’ ότι αγάπησες.

Σ’ αγαπώ κι ας μην περίμενες πως θα΄μουν το χειρότερο που ποτέ δεν φαντάστηκες.

Σ΄αγαπώ κι ας μην με διάλεξες….κι ας μην με ξέρεις…

Κυριακή Χαριτάκη

*Το παραπάνω άρθρο ΔΕΝ είναι βιωματικό.