Δεν θέλω σύμβουλο γάμου, Βαγγέλη. Μεσίτη θέλω!

1

«Βαγγέλη. Θέλω να χωρίσουμε…»…

Έτσι του είπα, την ώρα που καθόμουν στον υπολογιστή.Πολύ καιρό τώρα δεν τα πηγαίναμε καλά. Δεν ήμουν εγώ. Εντάσεις, φωνές, καυγάδες, απότομο ύφος, απότομα όλα. «Να δείτε σύμβουλο γάμου» μου είπε η κολλητή μου. Τι να σου κάνει ο σύμβουλος γάμου όταν ο άλλος δεν βγαίνει από το σπίτι ούτε με ξώβεργες; Όταν σκέφτεσαι πως θα είναι η ζωή σου σε 5 χρόνια και σου σηκώνεται η τρίχα; Όταν το παιδί βγάζει όλη σας την ένταση στις ζωγραφιές, στα παιχνίδια του, στο παιδικό σταθμό που ξαφνικά δεν θέλει να πηγαίνει;

«Κυρία Νίτσα, γιατί δεν θέλει το παιδί να έρχεται στο σχολείο, τι συμβαίνει;» ρωτάω τη διευθύντρια. Τι να μου πεί κι αυτή; Ότι στο σπίτι μου γίνεται της κακομοίρας; Δεν το ξέρει, το υποπτεύεται.  Δεν θέλω σύμβουλο γάμου. Μεσίτη θέλω. Και μια μεταφορική, να μου μετακομίσει τη ζωή!

Πρίν λίγους μήνες ανακάλυψα ότι εδώ και 2 χρόνια σχεδόν, δεν χαίρομαι τίποτα. Δεν βγαίνω, δεν βλέπω τις φίλες μου, δεν ασχολούμαι με μένα όπως παλιά, δεν κοιμάμαι καθόλου καλά ή καθόλου σκέτο, θεωρώ δεδομένο πως όπου πάω θα πάω μόνη μου ή μόνη μου με το παιδί και δεν με νοιάζει ποιο παπούτσι πάει με ποια μπλούζα. Ναι είμαι μάνα. Αλλά και πρίν ήμουν και συνέχιζε να με νοιάζει το ασορτί παπούτσι. Γιατί εκτός από μάνα ήμουν και γυναίκα. Γιατί μπορεί να οδηγούσα με το μωρό μέσα στο αμάξι αλλά έπαιζα και ματιές με το άλλο «μωρό» στο διπλανό αυτοκίνητο και δεν έτρεχε και τίποτα. Μια χαρά ζούσα, ευτυχισμένα.

Κάποτε ήμουν γυναίκα. Και σύζυγος. Σήμερα δεν είμαι γυναίκα και σύντομα ούτε σύζυγος.Κι όταν κοιτάζω στα διπλανά αυτοκίνητα, βλέπω τη ζωή μου στα παρμπρίζ των άλλων. Αμίλητα ζευγάρια, ψυχραμένα, με ένα μωρό στο πίσω κάθισμα που είτε τους προέκυψε και δεν ξέρουν  τι να το κάνουν ή το είχαν προγραμματίσει χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Αφού είμαστε γονείς γιατί δεν είμαστε χαρούμενοι; Γιατί άλλο γονιός άλλο χαρούμενος. Δεν πάνε πάντα αυτά τα δυο μαζί!

Πρίν λίγους μήνες ανακάλυψα ότι δίνω λογαριασμό μέχρι και για τις ανάσες μου. Γιατί έκανα έτσι αυτό, γιατί είπα το άλλο,γιατί πιστεύω το παρ’ άλλο. Κάποτε, τότε που ήμουν γυναίκα απαντούσα «Γιατί έτσι μου γουστάρει!». Πλέον δεν λέω τίποτα γιατί τις μισές φορές δεν τον ακούω καν. Τον έχω βάλει στο mute. Σκέφτομαι ότι είμαι 35 και σύντομα θα γίνω 45 και 55. Και δεν θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί και να μετανιώσω για όσα δεν έζησα. Δεν θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί χωρίς ακοή.

Ακούγεται παράλογο αλλά στενοχωριέμαι γι’ αυτόν. Είναι τόσο δυστυχισμένος μαζί μου που έχει γίνει 100 κιλά. Πάει συνέχεια στο ψυγείο και μασουλάει ευτυχία, ικανοποίηση και αγάπη που δεν παίρνει πια από εμένα. Πηγαίνω για ύπνο και τον ακούω τα βράδια να ξετυλίγει τις σοκολάτες και τα πατατάκια. Τα υποκατάστατά μου.

«Γιατί δεν χωρίζετε να ηρεμήσετε;» μου λέει μια άλλη φίλη μου. Να σου πω ειλικρινά; Γιατί φοβάμαι μήπως τελικά δεν ηρεμήσουμε. Μήπως το μετανιώσω. Μήπως εκεί που περνάω ζωή χαρισάμενη και κάνω ό,τι γουστάρω, δεν βρω την οικειότητα που έχω με τον Βαγγέλη. Την οικειότητα του να πηγαίνω τουαλέτα με την πόρτα ανοιχτή, να του λέω για κάτι που έγινε στη δουλειά και να καταλαβαίνει χωρίς να του εξηγώ όλη την ιστορία, να του ζητάω να φέρει φαγητό γιατί πάλι δεν μαγείρεψα και να μην με στραβοκοιτάει (πια), να κυκλοφορώ με τρύπια φόρμα και κάλτσα που έχει χάσει το χρώμα της, χωρίς ντροπή. Να ξέρω πως αν μέσα στη νύχτα αρρωστήσει το παιδί, δεν θα πάθει κάτι στα χέρια μου, αλλά θα είμαστε δύο εκεί δίπλα του να το πάμε στο νοσοκομείο.

Η παρουσία του, μου δίνει μια σιγουριά στην ώρα ανάγκης. Μα μόνο τότε. Όταν τελειώνει η ώρα ανάγκης, αρχίζει η ώρα μηδέν. Και οι καυγάδες. Η ασυνεννοησία. Το άσπρο μαύρο που λες «Εντάξει μαύρο παράτα με!» ίσα για να τον ξεφορτωθείς.

Θυμάμαι ένα καλοκαίρι. Είχαμε πάει με τη σκηνή μας στη θάλασσα και το μεσημέρι με είχε πάρει ο ύπνος ενώ εκείνος είχε φύγει για μπάνιο. Σηκώθηκα να τον βρω με αναψοκκινισμένα μάγουλα, ζαλισμένη από τον ύπνο και μόλις με είδε έτρεξε πάνω μου και μου είπε «Τι μπουμπούκα είσαι εσύ!». Χαμογέλασα και του έριξα ένα καυτό φιλί. Ήταν 2003. Έχουμε 2015. Ήμουν φουλ ερωτευμένη. Είμαι φουλ εγκλωβισμένη. Έχουμε πεθάνει και αρνούμαστε να «λιώσουμε». Δεν με νοιάζει το λείψανό μου, με νοιάζει το παιδί μου που δεν φταίει σε τίποτα. «Εσύ να φύγεις πρώτος» «Όχι εσύ να φύγεις πρώτη» λένε οι φωνές μέσα μας χωρίς να μιλάμε. Γίναμε εγγαστρίμυθοι και δεν μιλάμε πια.

Στο βάθος ακούγεται ο μικρός. «Μαμά, όλα τα παιδιά έχουν μπαμπά και μαμά;». «Όχι αγόρι μου δεν έχουν όλα…». «Όλα έχουν, μην το τρομάζεις το παιδί» πετάγεται. «Μπαμπά αγαπάς τη μαμά;» συνεχίζει ο μικρός. Για να σε δω τώρα Βαγγέλη. Θα του πείς «Ναι» για να μην τον τρομάξεις ή για να μην τρομάξεις εσύ; Δεν τρομάζει με την αλήθεια το παιδί, Βαγγέλη. Με το ψέμα τρομάζει. Το δικό μας…

Κυριακή Χαριτάκη