Χήρος μπαμπάς: Ο τρόπος που βιώνει το πένθος

0

Όλες τις φορές που έχω γράψει για τα παιδιά που πενθούν, φέρνω πάντα στο μυαλό μου την εικόνα μιας χήρας μαμάς. Και πράγματι οι στατιστικές δείχνουν ότι οι άντρες πεθαίνουν σε μικρότερη ηλικία απ’ ότι οι γυναίκες. Η αναλογία είναι περίπου 3 χήρες ανά έναν χήρο και κάθε φύλο βίωνε το πένθος και την εμπειρία της χηρείας, διαφορετικά.

Οι διαφορές αυτές κυμαίνονται σε πολλά επίπεδα. Υπάρχει μια μελέτη που καταδεικνύει ότι οι χήροι άντρες, παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ασθενειών, δηλαδή αρρωσταίνουν πιο συχνά μετά τον θάνατο της συζύγου. Αυτό συμβαίνει διότι η γυναίκα-σε αντίθεση με τον άντρα- είναι από τη φύση της πιο κοινωνική και συνήθως έχει φίλες και γνωστές στις οποίες θα μιλήσει και θα τη στηρίξουν σε ένα τέτοιο τραγικό γεγονός. Κι αυτό ακριβώς το κοινωνικό δίκτυο της γυναίκας είναι που της δίνει μακροζωΐα και μεγαλύτερη αίσθηση ευημερίας. Άλλες μελέτες καταδεικνύουν ότι ο χήρος μπαμπάς δεν εκφράζει τα συναισθήματά του στους φίλους του και τονπερίγυρο και προτιμά να εκφράζεται συμμετέχοντας σε –σωματικά-σκληρές δραστηριότητες και δουλειές. Ο χήρος μπαμπάς εκφράζεται μες από το σώμα του και σε περίπτωση που πιεστεί να μιλήσει, θα αναφερθεί σε άσχετα γεγονότα, όπως θα μιλούσε σε μια καθιερωμένη χαλαρή συνάντηση με φίλους.

Επίσης παρατηρώ διαφορές στον τρόπο που οι άντρες κοινωνικοποιούνται μετά το θλιβερό γεγονός αλλά και στο πώς βλέπουν τον ρόλο του πατέρα ως προς την ανατροφή των παιδιών και τις δουλειές του σπιτιού. Παλιότερα το κλάμα μπροστά σε κόσμο και η αναζήτηση βοήθειας ήταν χαρακτηριστικά καθαρά «γυναικεία» που δεν επιτρεπόταν να έχει ένας άντρας και οι χήροι μπαμπάδες, έκρυβαν το πένθος τους, απλώς δουλεύοντας πολύ. Πλέον, ο ρόλος της γυναίκας στη κοινωνία, έχει φέρει μεγάλες αλλαγές στον τρόπο που κοινωνικοποιούνται οι άντρες σήμερα. Σήμερα οι άντρες εμπλέκονται περισσότερο στη καθημερινή οικογενειακή ζωή και στο μεγάλωμα των παιδιών. Είναι λιγότερο πιθανό να κρύψουν τα συναισθήματά τους και να φοβηθούν να κλάψουν. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ακόμη άντρες που αισθάνονται άβολα και δεν δείχνουν το πένθος τους, ενώ οι γυναίκες τους ήταν τα μόνα άτομα στα οποία έδειχναν τα συναισθήματά τους.

Κατά κάποιο τρόπο, το πώς αντιμετωπίζει ένας χήρος μπαμπάς τη μονογονεική ζωή, εξαρτάται από το πόσο ευφάνταστος και δημιουργικός μπορεί να γίνει στις δουλειές του σπιτιού. Σε μία μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, οι χήρες γυναίκες μιλούσαν για την απώλεια που ένιωθαν και για το ότι δεν είχαν ένα στήριγμα όταν το παιδί αρρώσταινε ή εμφανίζονταν κάποιο πρόβλημα στην οικογένεια και ότι δεν υπήρχε κάποιος που να αγαπάει το παιδί όσο εκείνες. Οι δε χήροι άντρες, είπαν ότι οι γυναίκες τους ήταν η «κόλλα» που ένωνε την οικογένεια και πως όταν τις έχασαν, έπρεπε να αναλάβουν εντελώς καινούρια καθήκοντα. Οι χήροι άντρες αργούν να αντιληφθούν ότι δεν έχουν χάσει μόνο εκείνοι τη γυναίκα τους, αλλά και τα παιδιά του τη μητέρα τους.

Πολλοί άντρες ωστόσο μαθαίνουν αυτές τις νέες δυνατότητες. Είναι ευαίσθητοι με τις ανάγκες των παιδιών τους και πλήρως συνειδητοποιημένοι για το τι ακριβώς έχασαν από τη ζωή τους. Ένας χήρος μπαμπάς που συμμετείχε στη μελέτη, άλλαξε δουλειά για να είναι πιο κοντά στο σπίτι αν παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη. Αυτό είναι επίσης ένα πρόβλημα με τους χήρους μπαμπάδες, Ενώ δηλαδή η μητέρα συνήθως μένει κοντά στους γονείς της, ο πατέρας μένει πιο μακριά από τους δικούς του γονείς κι έτσι όταν χηρεύει δεν έχει κανέναν δικό του κοντά στο σπίτι να τον βοηθήσει με τα παιδιά.

Μία ακόμη διαφορά είναι ότι ο χήρος μπαμπάς συνήθως βγαίνει και ξαναπαντρεύεται πιο γρήγορα απ’ ότι η χήρα μαμά. Αυτό συμβαίνει διότι οι γυναίκες είναι περισσότερες από τους άντρες και διότι οι γνωριμίες αυτές σε πολλές περιπτώσεις, προκύπτουν όταν ο άντρας ζητάει βοήθεια με το σπίτι και τα παιδιά. Μία άλλη διαφορά είναι ότι τα παιδιά που χάνουν τη μητέρα τους νιώθουν πιο άβολα με την ιδέα της μητριάς κι αυτό βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο χήρος πατέρας είθισται να βάζει μια άλλη γυναίκα στην οικογένεια πιο γρήγορα κοντά στο τραγικό γεγονός απ’ ότι η χήρα μητέρα.

Όλοι οι γονείς οφείλουν να είναι ευαισθητοποιημένοι με τα παιδιά τους αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια. Ένας χήρος μπαμπάς που σκόπευε να ξαναπαντρευτεί, εξήγησε στα δύο μικρά παιδιά του ότι από δω και στο εξής θα έχουν δύο μαμάδες. Τη μαμά που τα είχε γεννήσει και ήταν στον παράδεισο και τη μαμά που θα τα φρόντιζε από εδώ και στο εξής. Έτσι τα παιδιά δεν ένιωσαν ότι η μητριά αντικαθιστούσε τη τη μητέρα τους αλλά ότι απλώς ήταν μια «διαφορετική» μαμά.

Σε αντίθεση με το παραπάνω περιστατικό, ένας χήρος μπαμπάς ξεκίνησε να βγαίνει πολύ σύντομα μετά το θάνατο της γυναίκας του. Η μεγαλύτερη κόρη του που ήθελε να συγκεντρωθεί στα μαθήματά της γιατί εκείνη τη χρονιά θα έδινε εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο, θύμισε στον πατέρα της ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει στη φροντίδα της μικρότερης αδερφής της. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε την απώλεια της γυναίκας του και ότι δεν έπρεπε να πάψει να βγαίνει με άλλη γυναίκα, αλλά ότι η παρουσία του ήταν πιο επιτακτική τα απογεύματα μετά τη δουλειά. Ότι έπρεπε να αναλάβει ένα μεγάλο μέρος του νοικοκυριού για να βοηθήσει τη μεγαλύτερη κόρη του. Τότε ήταν που άρχισε να αντιμετωπίζει το πένθος όπως οι κόρες του και συνειδητοποίησε ότι, του ήταν πιο εύκολο να μιλάει σε μια γυναίκα για όσα ένιωθε, παρά στους άντρες φίλους του. Οι άντρες φίλοι του δεν τον άκουγαν με τον ίδιο τρόπο και δεν είχαν την υπομονή να ακούσουν όλα όσα περνούσε.

Συνήθως ο κόσμος στις κηδείες, λέει στα αγόρια που χάνουν τον πατέρα τους «Τώρα πρέπει να είσαι δυνατός για τη μητέρα σου» ή «Από εδώ και πέρα πρέπει να φροντίσεις τη μαμά σου». Μια χήρα μαμά, σε μία από τις μελέτες που πραγματοποιήσαμε, έλεγε ότι αυτή η προτροπή δίνει στα παιδιά ένα εντελώς λάθος μήνυμα διότι ο γονιός που μένει πίσω, οφείλει και πρέπει να φροντίσει ο ίδιος τον εαυτό του και τα παιδιά. Αν σκεφτούμε ότι αυτά τα αγόρια είναι οι αυριανοί άντρες μερικοί από τους οποίους, μπορεί στη πορεία της ζωής τους να χάσουν τη γυναίκα τους, τότε ίσως δεν πρέπει να απορούμε για τον τρόπο που κοινωνικοποιείται και αντιμετωπίζει το πένθος, ένας χήρος μπαμπάς.

Πηγή: psychologytoday.com