Στης ανάγκης τα θρανία

0

Η Ελλάδα ξαναζεί τις μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν οι εργαζόμενοι μαθητές αποτελούσαν αναγκαίο κακό, προκειμένου να συμπληρωθεί το οικογενειακό εισόδημα, ενώ το φαινόμενο της εγκατάλειψης του σχολείου παρουσιάζει ανησυχητική αύξηση.

Της Αλεξάνδρας Τζαβέλλα

Σκληρή δουλειά σε δύο πόστα: το πρωί μαθητές στο σχολείο, το απόγευμα υπάλληλοι στην οικογενειακή επιχείρηση, στο χωράφι ή στην καφετέρια της γειτονιάς. Μεταξύ Αρχαίων Ελληνικών και Ιστορίας, η Εύα από το Περιστέρι μαντάρει παντελόνια. Παράλληλα με τα μαθήματα και τις εξετάσεις, ο Ηλίας από τον Εβρο πότιζε σκόρδα. Συνομήλικοί του στην Καστοριά θυσιάζουν το μάθημα, για να μαζέψουν τα μήλα. Τα βράδια, η Μαρίνα διαβάζει στο ψιλικατζίδικο.

Κάτω από το συρτάρι της ταμειακής μηχανής βρίσκεται το βιβλίο της Αλγεβρας. Οταν δεν έχει πελάτες το μαγαζί, η Μαρίνα, μαθήτρια της Β’ Λυκείου σε σχολείο της δυτικής Θεσσαλονίκης, λύνει τις γραμμικές εξισώσεις της επόμενης ημέρας. Συνομήλική της από μονογονεϊκή οικογένεια, η Εύα έχει μετατρέψει το τραπέζι της μοδίστρας σε γραφείο μελέτης. Τα απογεύματα, το ραφτάδικο της μητέρας της στο Περιστέρι αντηχεί -εκτός από το θόρυβο της ραπτομηχανής- την Ιστορία της επόμενης ημέρας. Στο ράφι με τα κουβάρια, κολλημένα φωσφοριζέ χαρτάκια με κανόνες γραμματικής. «Εδώ διάβαζα για τις εξετάσεις. Ηταν αρχή της σεζόν και είχαμε πολλή δουλειά. Αρχαία, Μαθηματικά και ενδιάμεσα καρίκωμα», λέει η Εύα…

Βοήθεια στο… σπίτι

Με τη συνεισφορά της, ελαφρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό κατά 300 ευρώ τον μήνα περίπου. «Καλύπτει», όπως λέει, «τα δίδακτρα των γαλλικών. Δεν είναι κάτι περίεργο για μένα ότι δουλεύω». Μεγάλωσε μέσα στα πατρόν και τις κλωστές. «Από το Γυμνάσιο, δούλευα εδώ στις διακοπές. Φτιάχνω και δικά μου πατρόν», λέει η Εύα. Μπαίνοντας στην τελική ευθεία για τις Πανελλαδικές, δηλώνει ότι «θα είναι δύσκολα, αλλά θα συνεχίσω. Δεν υπάρχει δυνατότητα να προσλάβουμε υπάλληλο». Αν έχει κέφια, κλίνει -όπως λέει- και το ρήμα «μαντάρω»: «εμάνταρα, καρίκωσα, ξήλωσα, ξαναξήλωσα, έχω γαζώσει τα πάντα»…

«Πληρώνομαι, πώς δεν πληρώνομαι; Βγάζω το χαρτζιλίκι μου», λέει η Μαρίνα, που βοηθάει τη μητέρα της στο κατάστημα ψιλικών και περιγράφει το πρόγραμμά της: «Ξυπνάω στις επτάμισι, γυρίζω από το σχολείο στις δύο, τρώω και ξεκινάω διάβασμα. Μετά τις 8 συνεχίζω το διάβασμα στο μαγαζί για 4 ώρες. Βάλαμε πέρσι και wifi». «Η μητέρα μου δουλεύει 13 ώρες! Οταν πηγαίνω εγώ, φεύγει για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα. Στις 12 έρχεται ξανά, για να κλείσουμε».

Η έλλειψη εργατικών χεριών στις αγροτικές δουλειές δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Τις περιόδους συγκομιδής πολλοί μαθητές της επαρχίας κάνουν κοπάνα από το μάθημα, για να πάνε στα χωράφια. Κάποιοι δεν επιστρέφουν ποτέ… Οπως ο Μπάμπης. Συμπεριλαμβάνεται στους μαθητές που δεν έκαναν εγγραφή τη νέα σχολική χρονιά. Εκτιμάται ότι το ποσοστό των μαθητών που σταμάτησαν φέτος το σχολείο είναι περίπου το ίδιο με πέρσι (σύμφωνα με τη Eurostat, το 2012 δεν γράφτηκε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατά μέσον όρο το 11,4% των μαθητών, δηλαδή περίπου 70.000 παιδιά και έφηβοι σταμάτησαν το σχολείο).

Ο 16χρονος Μπάμπης, γεννημένος σε ένα μικρό νησί των Κυκλάδων, δεν εμφανίστηκε καθόλου στο Λύκειο. Λίγες ημέρες μετά, ο διευθυντής, ο οποίος γνώριζε το μαθητή, τον συνάντησε στο λιμάνι, στα δίχτυα. «Τι έγινε, Μπάμπη, δεν θα έρθεις στο σχολείο;», τον ρώτησε. «Όχι, κύριε. Με χρειάζεται ο πατέρας μου. Πρέπει να αναλάβω τα ψάρια», του απάντησε. «Αν και δεν είναι από τους συνεπείς μαθητές, είναι ένα παιδί ευφυές που θα μπορούσε να έχει μέλλον στον τεχνολογικό τομέα. Του πρότεινα να μιλήσω ο ίδιος στον πατέρα του, για να βρούμε λύση», λέει ο καθηγητής. «»Μη σκάτε, κύριε, έτσι κι αλλιώς το σχολείο δεν έχει μέλλον, ενώ η θάλασσα θα έχει πάντα ψάρια. Τι νόημα έχει να διαβάσω τόσο πολύ στο Λύκειο, αφού ψαράς θέλω να γίνω». Στο άκουσμα αυτής της απάντησης, ένας δάσκαλος θλίβεται βαθιά», προσθέτει ο ίδιος.

«Δεν σας κρύβω ότι ένιωσα πως φέρω μέρος της ευθύνης. Ένιωσα υπόλογος, ως δάσκαλος και ως πολίτης αυτού του κόσμου, γιατί δεν κατάφερα να αποκαλύψω σ’ αυτό το παιδί τον μαγικό κόσμο της γνώσης, να το μυήσω στη χαρά της αποκάλυψης», τονίζει ο διευθυντής του Λυκείου. Πρόκειται για τον τρίτο μαθητή στο νησί που εγκαταλείπει το σχολείο για να δουλέψει. «Τους λέω: «Ελάτε όποτε θέλετε, χωρίς να χτυπήσετε πόρτα, μπείτε μέσα στο μάθημα που σας αρέσει». Μία φορά μόνο ήρθε ένας, οι γονείς του οποίου μου άνοιξαν πόλεμο. Κάθε φορά που σταματάει ένας μαθητής το σχολείο, είναι σαν να πέφτει ένα αστέρι».

«Πετάνε»

Στην επαρχία, όπου -λόγω της οικονομικής κρίσης- «δεν έχουμε χέρια», όπως λένε οι αγρότες, οι γονείς ποντάρουν στην συνεπικουρία των παιδιών. «Πετάνε σαν τις πεταλούδες. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», δηλώνει στην «Κ.Ε.» καθηγήτρια σε Γυμνάσιο της Πελοποννήσου, η οποία κάνει λόγο για ένα «χάσμα που αμβλύνεται στη μαθητική κοινότητα. Διδάσκουμε μια πολλά υποσχόμενη γενιά, τη γενιά των επιστημόνων, αλλά και μια γενιά που αναβιώνει το 1940. Τότε, το απολυτήριο Γυμνασίου ήταν αρκετό»… Σύμφωνα με την ίδια, «κάθε χρόνο το σχολείο μας χάνει όλο και περισσότερα παιδιά. Αιτία, η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αποφοίτηση από το Λύκειο γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Κι έτσι πολλά παιδιά, αντί να περάσουν στο Λύκειο, σταματούν στο Γυμνάσιο».

Από την Κρήτη έως την Καστοριά, αρκετοί μαθητές μεγαλώνουν, γνωρίζοντας ότι το σχολείο δεν είναι η μόνη τους υποχρέωση. «Είμαστε πιεσμένοι, όπως ήταν οι δικοί μας γονείς κάποτε. Τότε τα αγόρια δουλεύαμε στα σκόρδα και στα σπαράγγια και τα κορίτσια στις σκούπες. Έφτιαχναν σκούπες παραδοσιακές», λέει ο κυρ-Γιώργης, σκορδοπαραγωγός από τον Εβρο. «Είπα στον Ηλία ότι -με προτεραιότητα το σχολείο- θα βοηθάει και στα σκόρδα. Κι από τον Μάη ερχόταν κάθε μέρα στο χωράφι, ανέλαβε το πότισμα ακόμα και την περίοδο των εξετάσεων». Ο Ηλίας είναι μαθητής της Γ’ Λυκείου και θέλει να σπουδάσει Πληροφορική στη Θεσσαλονίκη.

Το καλοκαίρι, η Νέα Βύσσα -το «σκορδοχώρι» του Εβρου- μετατρέπεται σε απέραντο αλώνι. «Όλα τα παιδιά βοηθούν τους γονείς στα σκόρδα από τις 10-15 Ιουνίου έως το τέλος Αυγούστου. Τον χειμώνα, κάποια συνεχίζουν να δουλεύουν σποραδικά ως γκαρσόνια σε καφετέριες», λέει ο διευθυντής του Γενικού Λυκείου Νέας Βύσσας. «Αυτή την περίοδο λείπουν αρκετοί από το σχολείο. Γίνεται η συλλογή των μήλων από τα γύρω χωριά και τα παιδιά από το Τοιχιό, το Πολυκάρπι και το Μαυροχώρι βοηθάνε τους γονείς τους», ισχυρίζεται ο Δημήτρης Κωστούλας, διευθυντής του Γενικού Λυκείου Καστοριάς, ο οποίος δείχνει να κατανοεί τα προβλήματα των απόντων: 481 χλμ. μακριά από την Αθήνα «έχουμε περίπου 20 μαθητές που εργάζονται περιστασιακά, συνήθως σε αγροτικές δουλειές. Έχουμε και 2-3 κοπέλες από οικογένειες αρκετά χαμηλού εισοδήματος, που δουλεύουν σε νυχτερινές δουλειές, σε καφετέριες».

Πηγή: Enet.gr